Ο μοβ μαέστρος

14 ΣΤΟ ΠΑΤΩΜΑ, ΜΕ ΤΗ ΓΟΥΝΑ ΤΟΥ ΤΖΑΓΚΕΡ Άνοιξα την εξώπορτα με τα κλειδιά μου, όπως τον παλιό καιρό. Το σπίτι μύριζε μπαμπά κι αρρώστια. Στάθηκα. Κανείς. Κοίταξα γύρω. Όλα στη θέση τους. Ο μπαμπάς είχε διαμορφώσει το δωμάτιο πλάι στην κρεβατοκάμαρα σε ντρέσινγκ ρουμ. Το έλεγε «ντρέσινννγκ», σέρνοντας το νι μακεδονίτικα. Ο μπαμπάς δεν ήξερε καλά αγγλικά, κάτι αγγλικούρες πέταγε, για μόστρα πιο πολύ. Πάντως, το κόλπο με τα αγγλικά και τα μοδάτα ρούχα συνήθως έπιανε. Ήταν πολύ σπαστικό που οι συμμαθητές μου τον φώναζαν με το μικρό του όνομα και του απευθύνονταν στον ενικό. Εσύ είσαι τυχερή, έλεγαν. Οι δικοί τους πατεράδες ήταν κουστουμαρισμένοι, δεν χαμπάριαζαν από μουσική, ήταν αυστηροί. Ο δικός μου ήταν ιδανικός. Κουνούσα το κεφάλι και δεν έλεγα τίποτα. Ούτε στην κηδεία του είπα τίποτα. Κανείς δεν τα βάζει με τους πεθαμένους.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=