Ο αγνοούμενος του Ματαρόα

176 ΝΙΚΟΣ ΑΜΑΝΙΤΗΣ κοι έτρεξαν για να παραλάβουν κάποιο δέμα. Ο Μισέλ κατέβηκε για να πάρει τη βαλίτσα του. Κανένας δεν του έδωσε σημασία. Το λεωφορείο ξεκίνησε για τον προορισμό του. Ο Μισέλ έμεινε χαμένος στο μέσο της πλατείας. Ανεμικές ηλεκτρικές λάμπες τρεμόσβηναν κάθε εκατό μέτρα. Σε μια καχεκτική φτελιά, μια κουκουβάγια φώναζε θλιμμένα. Κανένας ψίθυρος στους δρόμους, μόνο σιωπή. Υπήρχε άραγε κάποιο πανδοχείο;» Κάπως έτσι ήταν η περιοχή του Ρουσσέ το 1936 και δεν υπάρχει λόγος να είχε αλλάξει πολύ τρία χρόνια μετά. Σε έναν τέτοιο ήσυχο τόπο έζησαν ο Νίκος και η Μουν τις τελευταίες μέρες τους μαζί, τις τελευταίες ημέρες της ειρήνης. Και ο Μισέλ; Τι έγινε ο ήρωας του Αντρέ Λορμώ που εξερευνούσε εκείνα τα μέρη; Ε, αφού βρήκε ένα πανδοχείο να μείνει, την επόμενη μέρα ξεκίνησε έναν αναγνωριστικό περίπατο στην εξοχή πέρα από το χωριό: «Στην άκρη του λόφου υψώνεται ένα χαμόσπιτο, ρωγμές στην πρόσοψη, υδρορροές που κρέμονται, παραθυρόφυλλα ξεκάρφωτα. Ένα παλιό πηγάδι περιτριγυρίζεται από βάτα. Μια συκιά με κλαδιά όλο κόμπους δίπλα σε ένα φουντωτό κυπαρίσσι. Ο Μισέλ ξεδιπλώνει τον χάρτη που είχε στην τσέπη του. Τον μελετάει προσεχτικά, και “Αυτό το αγρόκτημα ονομάζεται Κανταγκάι!” αναφωνεί». Κάπως έτσι αναφώνησα κι εγώ, όταν, ύστερα από ημέρες άγονων αναζητήσεων, εντόπισα επιτέλους, σε έναν χάρτη Μισλέν, γραμμένη, με αχνά έστω γράμματα, την ένδειξη: Cantagaï! Ως τα τώρα γράφω για το Ρουσσέ, αλλά χωρίς να είμαι σίγουρος. Και δεν μπορούσα να είμαι σίγουρος, τότε, στα μέσα της πρώτης καραντίνας, αφού δεν είχα βρει ακόμα το περίφημο Κανταγκάι. Τοπωνύμιο μικρής περιοχής; Όνομα ενός σπιτιού, όπως συνηθίζεται σε εκείνα τα μέρη; Όπως μου εξήγησαν αργότερα, στα οξιτανικά «κάντα γκάι» σημαίνει χαρούμενο τραγούδι, χαρούμενο κελάηδισμα. Κάλλιστα θα μπορούσε κάποιος να είχε δώσει αυτό το όνομα σε ένα εξοχικό σπίτι δίπλα σε μια φτελιά και σε μια συστάδα βάτα. Πώς όμως να βρεις ένα σπίτι του 1939,

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=