Ο αγνοούμενος του Ματαρόα

Ο ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ ΤΟΥ ΜΑΤΑΡΟΑ 175 όπως έκαναν οι περισσότερες εφημερίδες της εποχής, γαλλικές και ελληνικές, ένα λαϊκό ανάγνωσμα σε συνέχειες. Την Τρίτη 9 Ιουνίου του 1936 δημοσιευόταν η ενδέκατη συνέχεια του μυθιστορήματος περιπέτειας Το αίνιγμα της Κάρυ, που είχε γράψει ο πολυγραφότατος συγγραφέας λαϊκών αναγνωσμάτων μυστηρίου, κύριος Αντρέ Λορμώ. Στο συγκεκριμένο κεφάλαιο, που τιτλοφορείται Μισέλ, ερασιτέχνης ντετέκτιβ, ο ομώνυμος χαρακτήρας και κάποιοι άλλοι φίλοι του ή γνωστοί του ψάχνουν κάποιον ή κάτι, δεν έχει καμιά σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι πως ό,τι ψάχνουν, το ψάχνουν σε μια περιοχή που βρίσκεται ελάχιστα χιλιόμετρα βορειοανατολικά του Πενιέ και του Ρουσσέ, περιοχή την οποία διασχίζει το λεωφορείο που ξεκινάει από τη Μασσαλία. Η πλοκή είναι σύγχρονη της δημοσίευσης: «Ο Μισέλ έδωσε τη βαλίτσα του να την ανεβάσουν στη σκεπή του λεωφορείου και μπήκε κι αυτός. Σιγά σιγά, το λεωφορείο γέμισε. Στις τέσσερις ακριβώς, το βαρύ όχημα ξεκίνησε. Η νύχτα έπεσε όταν έφθασαν στην κοιλάδα του Τρετς. Πολλοί ταξιδιώτες είχαν κατέβει στο Πενιέ. Με το μέτωπο κολλημένο στο τζάμι, ο Μισέλ απολάμβανε το θέαμα της ήσυχης εξοχής που ξετυλιγόταν από τις δυο πλευρές του δρόμου. Τα κάρα γυρνούσαν από τους αγρούς με τον αργό ρυθμό των μουλαριών. Πιο πίσω μια κατσίκα, δεμένη μ’ ένα σκοινί, έτρεχε ή καθυστερούσε το αγώι. Στον βαθυγάλανο ουρανό τα αστέρια έλαμπαν με ζωηρό φως. Το λεωφορείο έριχνε στην άσφαλτο μια φωτεινή δέσμη που τη διέσχιζε πού και πού ένας τρομαγμένος λαγός. Από το μισάνοιχτο παράθυρο ερχόταν το άρωμα του θυμαριού, της λεβάντας και της άγριας μέντας. Περάσανε ένα δάσος από πράσινες βαλανιδιές. Η γη είχε πρόσφατα οργωθεί. Διασχίσανε, σε μια πέτρινη γέφυρα, τη σιδηροδρομική γραμμή που συνδέει τα χωριά της περιοχής. Όταν, στο βάθος μιας κοιλάδας, αντίκρισε ένα μικρό χωριό που ξεχώριζε από μερικά αδύναμα φώτα, ο οδηγός πάτησε με δύναμη το κλάξον, και το λεωφορείο, μεγαλόπρεπο, σταμάτησε στην πλατεία. Λίγοι κάτοι-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=