Ο ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ ΤΟΥ ΜΑΤΑΡΟΑ 173 Το 1939 ο Νίκος θα πρέπει να αισθάνθηκε πολύ οικεία μέσα στα κυπαρίσσια, τα αμπέλια και τα θυμάρια, αν και τον φαντάζομαι εντελώς απορροφημένο από την παρουσία της Μουν δίπλα του, να προσπαθεί να ενταχθεί στην οικογένεια, να παίξει πετάνκ, να απολαύσει τις σούπες της «βασίλισσας μητέρας», να νταντέψει τον μικρό Εμμανουέλ, να ξεχάσει το χαρτί της επιστράτευσης και το εισιτήριο του Κάιρο Σίτυ με ημερομηνία απόπλου τις 15 Αυγούστου από το λιμάνι της Μασσαλίας. Μαζί του έχει πάντα μια φωτογραφική μηχανή. Κάτι παλιές φωτογραφίες «Στην πραγματικότητα δεν παίρνεις εσύ τη φωτογραφία, αυτή σε παίρνει» γράφει κάπου ο Ανρί Καρτιέ-Μπρεσσόν. «Καθώς περνάει ο καιρός και κοιτάζεις τα πορτρέτα, οι άνθρωποι που εικονίζονται επιστρέφουν σαν μία σιωπηλή ηχώ. Μια φωτογραφία είναι το απομεινάρι ενός προσώπου, ενός προσώπου σε εξέλιξη. Η φωτογραφία έχει σχέση με τον θάνατο. Είναι ένα ίχνος κάποιου ανθρώπου, κάποιου πράγματος, κάποιας κατάστασης που δεν υπάρχει πια…» Υπάρχουν φωτογραφίες από κείνες τις αυγουστιάτικες μέρες: Στη μία ο Νίκος και η Μουν ακουμπισμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, χαμογελάνε στον φακό, εκείνος με πονηρή, συνωμοτική προς τον φωτογράφο (να ’ναι ο Ροζέ;) έκφραση. Φοράει ένα φαρδύ σκούρο παντελόνι, μια πλατιά ανοιχτόχρωμη ζώνη και ένα χαλαρό κοντομάνικο πουκάμισο με τσέπες. Είναι ελαφρώς κορδωμένος και έχει σκύψει λίγο το κεφάλι. Δίπλα του η Μουν, ψηλή, αδύνατη, με κοντό αγορίστικο κούρεμα, φοράει ένα μικρό σορτσάκι και ένα λευκό μπλουζάκι. Ακριβώς πίσω τους, μια αυλή, μια πέργκολα με κεραμίδια και μέρος μιας τριγωνικής σκεπής που ανεβαίνει προς τα πάνω. Και τα δύο κρύβονται από μια μεγάλη φτελιά και έναν ανεπτυγμένο βάτο. Οι σκιές είναι μικρές,
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=