– Και τα πράγματα που είδες, παππού, και ξεύρεις; ηρώτησα εγώ τότε εν μεγίστη απορία. Στην χώρα που ψήν’ ο ήλιος το ψωμί, εκεί κοντά που ζουν οι Σκυλοκέφαλοι πότε επήγες, παππού; – Ω! είπεν εκείνος τότε. Αυτού, ψυχή μου, δεν επήγα· με τ’ αφηγήθηκεν η γιαγιά μου, όταν μ’ εμάθαινε να πλέκω. – Και στης θάλασσας τον αφαλό, παππού, που βγαίν’ η Φώκια και πιάνει τα καράβια και τα ρωτά για τον Αλέξανδρο τον βασιλέα. Κ’ εκεί δεν επήγες; – Όχι, ψυχή μου! Κι αυτό με τ’ αφηγήθηκ’ η γιαγιά μου. […] – Και τες βασιλοπούλες, παππού, και αυτές λοιπόν δεν τες είδες με τα μάτια σου; Και δεν έφαγες και δεν εκουβέντιασες μαζί των; […] – Αχ! ψυχή μου! είπεν ο γέρων τότε λυπημένος. Αυτό το άκουσα από την γιαγιά μου, όταν μ’ εμάθαινε να κεντώ και να ράφτω! Μα θαρρώ, ψυχή μου, πως μήδ’ εκείνη δεν το είδε με τα μάτια της! Γεώργιος Βιζυηνός, Το μόνον της ζωής του ταξίδιον «Την πρώτη και την τελευταία σου λέξη την είπαν ο έρωτας και η επανάσταση. Όλη σου τη σιωπή την είπε η ποίηση». Γιάννης Ρίτσος, Τα αρνητικά της σιωπής
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=