Όνομα πατρός: Δούναβης

14 ΚΩΣΤΑΣ ΑΚΡΙΒΟΣ ούτε έχασε την ψυχραιμία, παρά άφησε ό,τι είχε κατά νου να κάνει και έσπευσε να ενημερώσει έγκαιρα το νοσοκομείο Σεν Ρος. Λίγη ώρα αργότερα, καθώς οι γιατροί περιποιούνται την πληγή του αιμόφυρτου άντρα, βλέπουν να εξέχει από την τσέπη του ένα τσαλακωμένο σημείωμα: Εγώ ο Παναΐτ Ιστράτι, Ρουμάνος υπήκοος και απελπισμένος συγγραφέας, βάζω τέρμα στη ζωή μου. Να μην κατηγορήσετε κανέναν άλλο. Γύρω στις δύο εβδομάδες θα χρειαστεί να νοσηλευτεί ο παρ’ ολίγον αυτόχειρας. Διάστημα ικανό να γνωριστεί με το προσωπικό του νοσοκομείου και να κερδίσει τη συμπάθεια του γιατρού Φιλίπ Ζιγιάρ. Αυτόν τον γιατρό θα παρακαλέσει ο Παναΐτ Ιστράτι να ταχυδρομήσει μια επιστολή στην εφημερίδα Ουμανιτέ, που την είχε φυλαγμένη στην εσωτερική τσέπη απ’ το πανωφόρι του: DERNIÈRES PAROLES. Σήμερα ξεκινάει το έτος 1921, αλλά για τους άλλους. Για μένα είναι η αρχή του τέλους. Είναι ανάγκη να εξηγηθεί κανείς όταν έχει αποφασίσει να εγκαταλείψει τούτον τον κόσμο; Όχι. Μπορούμε να φύγουμε σιωπηλά, κι αυτό θα ήταν πιστεύω η καλύτερη απόδειξη ειλικρίνειας. Όσα κι αν έκανα στη ζωή μου για την αγάπη και τη φιλία πήγαν όλα χαμένα, αφού για χάρη τους «σκότωσα» μια μητέρα, και γι’ αυτό αξίζω να τιμωρηθώ. Μια δεύτερη πολυσέλιδη επιστολή την παραδίνει σ’ έναν

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=