13 Η λεπίδα Να ήταν νύχτα αφέγγαρη με μυριάδες αστέρια να λάμπουν στον ουρανό, μια νύχτα σαν εκείνες τις έναστρες της Προβηγκίας που έβλεπε έξω από το παράθυρο του ασύλου του ο Βαν Γκογκ; Να έβρεχε ψιλή βροχή; Ή μήπως είχε συννεφιάσει από νωρίς το απόγευμα και είχαν αρχίσει ήδη να πέφτουν οι πρώτες νιφάδες χιονιού, κάτι σπάνιο για τη μεσογειακή Νίκαια; Και ακόμα: Θα ήταν ένας από τους πολλούς κλοσάρ που είχε η πλούσια πόλη, μια τροτέζα, ή κάποιος χωροφύλακας που έκανε τη νυχτερινή του περιπολία αυτός που τον βρήκε; Ίσως, πάλι, να ήταν μια νεαρή κοπέλα που βιαζόταν να διασχίσει το δημόσιο πάρκο Άλμπερ Α΄ για να πάει στο σπίτι του αρραβωνιαστικού ή του εραστή της και να γιορτάσουν παρέα τον ερχομό της νέας χρονιάς εκείνη που θα αντίκρισε πεσμένο ανάμεσα στους θάμνους τον άντρα, που δεν ήταν μεθυσμένος, δεν ήταν κάποιος από τους ανέστιους, αλλά, αν έκρινε από την πληγή που είχε στον λαιμό, ήταν ένας άνθρωπος που είχε επιχειρήσει να βάλει τέλος στη ζωή του με τη λεπίδα από ένα ανοιχτό ξυράφι που κρατούσε στο χέρι. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει, και ίσως να μην έχει και τόση σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι εκείνος ο άντρας ή εκείνη η γυναίκα ήταν ο σωτήρας του επειδή ούτε φοβήθηκε
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=