Ομηρία

C L A R E M A C K I N T O S H 32 «Η Σοφία δεν μπορεί να έρθει εδώ» μου είπε. «Δεν θα ήταν σωστό». Έτσι, τακτοποίησα το κρεβάτι στον ξενώνα, κι όταν πηγαίνω στη δουλειά, ο Άνταμ μένει στο σπίτι, και δεν ξέρω ποιον από τους δυο μας δυσκολεύει περισσότερο αυτό. Φοράω τη στολή μου και διπλοτσεκάρω το βαλιτσάκι μου. Η σημερινή πτήση είναι σημαντική. Η τελευταία απευθείας πτήση από Λονδίνο για Σίντνεϊ έγινε το 1989 και ήταν περισσότερο ένα δημοσιοσχεσίτικο εύρημα, με μόλις είκοσι επιβαίνοντες. Ήταν αδύνατον να πραγματοποιηθούν απευθείας εμπορικές πτήσεις, καθώς χρειάστηκαν χρόνια μέχρις ότου κατασκευαστεί ένα αεροσκάφος που να μπορεί να διανύσει αυτή την απόσταση γεμάτο επιβάτες. Αφήνω ένα σημείωμα στο κρεβάτι της Σοφίας – μια καρδού­ λα σχεδιασμένη με μαρκαδόρο που από κάτω γράφει: Με αγά- πη, μαμά . Απ’ όταν έμαθε να διαβάζει, το κάνω κάθε φορά που πετάω. «Βρήκες το σημείωμά μου;» ρώτησα κάποτε όταν της έκανα βιντεοκλήση για να την καληνυχτίσω. Δεν θυμάμαι πού ήμουν, αλλά ήταν ακόμη μεσημέρι, και στο θέαμα της Σοφίας που μόλις είχε βγει από το μπάνιο με κυρίευσε ένα κύμα νοσταλγίας. «Ποιο σημείωμα;» «Στο κρεβάτι σου. Το άφησα στο μαξιλάρι σου. Όπως πάντα». Η νοσταλγία με έκανε άδικη, ήθελα να λείπω στη Σοφία μόνο και μόνο επειδή μου έλειπε εμένα. «Κλείνω, μαμά. Φτιάχνουμε φωλιά με την Κάτια». Η οθόνη τρεμόπαιξε κι έμεινα να κοιτάζω το ταβάνι της κουζίνας. Τερμάτισα την κλήση πριν προλάβει να με λυπηθεί η Κάτια. Στον δρόμο για το αεροδρόμιο δυναμώνω το Radio 2, αλλά η ένταση δεν βουβαίνει την ενοχή.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=