Οι Θυελλοφύλακες του Άρανμορ

16 ζε γύρω του, διώχνοντας τα μαλλιά από τα μάτια του και σπρώχνοντας την ανάσα πάλι πίσω στα πνευμόνια του, μέχρι που είχε την παράλογη αίσθηση πως το νησί άνοι- γε τα χέρια του και τον αγκάλιαζε. Αναζήτησε τις κοφτερές γραμμές του ακρωτηρίου. Πέ- ρα μακριά, στην άκρη του κόλπου, εκεί όπου φτέρες και βάτα πάλευαν να κρατηθούν σ’ έναν χαμηλό, κεκλιμένο γκρεμό, μια καλύβα ξεπηδούσε μέσα από το άγριο τοπίο. Ο καπνός απ’ την καμινάδα λύγιζε στον απογευματινό αέρα σαν δάχτυλο. Ο αέρας τον έσπρωξε κατά μήκος της προκυμαίας. Ο καπνός συνέχισε να υψώνεται και να στριφογυρνά, γκρί- ζος κόντρα στον ηλιοκοκκινισμένο ουρανό. Του έγνεφε. Ο Φιον μπορούσε σχεδόν ν’ ακούσει τον ψίθυρο στ’ αυτιά του: μια φωνή που δεν είχε ξανακούσει ποτέ, μια φωνή που αντηχούσε βαθιά στο αίμα του και στα κόκαλά του. Μια φωνή που έβαζε τα δυνατά του να την αγνοήσει. «Έλα δω» του έλεγε. «Έλα σπίτι».

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=