Νυχτερίδες

Ο ΓΙΟΣ ΜΟΥ Ο ΓΥΦΤΟΣ 11 και του άναψε. Αυτή η πρώτη τζούρα που τράβηξε ο γιος μου μπροστά στα μάτια μου μου φάνηκε ότι κράτησε αιώνες. Ο άτιμος. Ρούφαγε σαν επαγγελματίας καπνιστής, πράγμα που με έκανε να καταλάβω ότι δεν ήταν η πρώτη του φορά. Και ενώ αυτό που ήθελα πραγματικά να κάνω εκείνη τη στιγμή ήταν να τρέξω καταπάνω του και να τον πλακώσω στις σφαλιάρες, άρχισα να τρέχω προς την αντίθετη κατεύθυνση, όσο πιο μακριά γινότανε. Από τότε δεν ξαναπήγα. Πήρα ένα τηλέφωνο τη θετή του μάνα, τη Μαριγώ, και της εξήγησα ότι δεν θέλω να ξαναδώ το παιδί μου. Το τι άκουσε η γυναίκα δεν λέγεται. Και γαμώ τη γυφτιά σας, και γαμώ την πλαστική σας την καρέκλα, γαμώ τη βρόμα σας,γαμώ την Ελλάδα μου.Μάταια προσπαθούσε να με ηρεμήσει. «Μην κάνεις έτσι, μωρή Γιούλα. Υπάρχουν και χειρότερα. Σπλάχνο σου είναι το μαλακιστήρι!» Που να μην ήτανε. Στο τέλος είδε κι απόειδε κι αυτή η κακομοίρα. «Άμα το ’θελες για τα Παρίσια,να το κράταγες,βρομοπρεζού. Άι σιχτίρ πια» και μου το ’κλεισε στα μούτρα το τηλέφωνο. Δύο χρόνια έκανα να την πάρω τη Μαριγώ από τότε. Όταν ξαναμιλήσαμε, με πήρε αυτή, για να μου πει ότι ο Παναγιώτης παρουσίασε ένα πρόβλημα

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=