Μοιρολογήτρα

9 Ήταν εκπληκτικό πόσα πρόλαβε να σκεφτεί. Δεν τόλμησε ν’ ανοίξει τα μάτια, δεν ήθελε να δει. Μικρές κουκκίδες άρχισαν να χορεύουν στο σκοτάδι, μπροστά της, σαν άστρα που κινούνταν όλο και γρηγορότερα. Όχι, δεν ήθελε να πεθάνει. Να βγάλει κραυγή ήθελε, να νυχιάσει, να σπάσει τα δεσμά, αλλά ήταν σαν ν’ αρνιόταν να υπακούσει το ίδιο της το κορμί. Σκέψεις παράξενες έρχονταν κι έφευγαν με ταχύτητα αστραπής. Σκέψεις παράλογες. Ότι δεν θα κατάφερνε ποτέ της ν’ αγοράσει καινούργια παπούτσια μάρκας Buffalo. Ότι δεν θα έκανε ξανά ιστιοπλοΐα. Ότι δεν θα μάθαινε τι έγινε στο Μπέβερλι Χιλς. Αλλά και σκέψεις σημαντικές πήγαιναν κι έρχονταν το ίδιο γρήγορα, μπερδεμένες με τις ασήμαντες. Δεν θα παντρευόταν ποτέ. Ποτέ δεν θ’ αποκτούσε παιδιά. Ποτέ δεν θα ’νιωθε την ελευθερία του να ζει σε δικό της διαμέρισμα. Και το σκοτάδι κίνησε να την τυλίγει όλο και περισσότερο. Οι σκέψεις λιγόστευαν κι αυτές στον ίδιο ρυθμό. Κάψιμο σαν από δάκρυα πίσω από τα σφαλιχτά βλέφαρά της, αλλά δάκρυα δεν υπήρχαν. Πάσχιζε απεγνωσμένα να καταλάβει, πάσχιζε να οδηγήσει τον εγκέφαλό της σε κάποιου είδους επίγνωση για το τι συνέβαινε. Δεν γινόταν όμως. Δεν μπορούσε ν’ ανασάνει. Τα χέρια της την υπάκουαν για λίγα δευτερόλεπτα και όλο προσπαθούσε ν’ αποδιώξει αυτό που την έσπρωχνε κατευθείαν μέσα στο σκοτάδι. Ήταν όμως αδύνατον. Και το κορμί έπαυε ξανά να την υπακούει. Μικρά σπαράγματα φωτός έσπασαν το σκοτάδι. Σαν μια σήραγγα που μόλις άνοιγε. Όμως αυτή δεν ήθελε να δει το φως, να μείνει στο σκοτάδι ήθελε. Τα σκοτάδια ήταν ελπίδα και ήξερε πως, αν κατευθυνόταν προς το φως, η ελπίδα αυτή

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=