Μια οικογενειακή υπόθεση

CLAIRE LYNCH 18 Μέσα στον καταψύκτη δεν έχει το κρύο που θα περίμενε κανείς· ή ίσως έχει τόσο κρύο, που δεν το νιώθει πια – είναι κι αυτό ένα ενδεχόμενο. Κοιτάζει μέσα από το θαμπωμένο τζάμι, τους λαμπτήρες φθορισμού από πάνω του, τα ατσάλινα δοκάρια της οροφής του σουπερμάρκετ. Υπάρχουν πράγματα που θα χρειαστεί να κάνει τώρα. Πράγματα που θα χρειαστεί να πει. Να ομολογήσει. Κοιτάζει τις σταγόνες πάγου που λαμπυρίζουν στα τοιχώματα του καταψύκτη δίπλα στο κεφάλι του. Τις πατατοφατσούλες με το εμμονικό χαμόγελο και τα τρύπια μάτια. Κοιτάζει γύρω του κι αισθάνεται εντάξει. Τόσο εντάξει, που θα μπορούσε κάλλιστα να έμενε εδώ για πάντα, αν δεν ούρλιαζε μια κυρία που άνοιξε τον καταψύκτη για να πάρει ψιλό αρακά. Χρειάζεται να έρθουν τρεις υπάλληλοι για να τον βγάλουν. Τελικά, απ’ ό,τι φαίνεται, έχει ξυλιάσει. Τα μαλλιά στον σβέρκο του είναι βρεγμένα, τον πονούν τα γόνατά του, μετά βίας μπορεί να τα κουνήσει. Ο διευθυντής είναι ευγενέστατος, του λέει σχεδόν πρόσχαρα: «Ελάτε να σας βγάλουμε αποκεί μέσα» και «Να ειδοποιήσουμε κάποιον δικό σας;». Δεν καταφέρνει να ερμηνεύσει τη χροιά της φωνής του παρά μόνο όταν φτάνει στο σπίτι. Είχε

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=