ΜΙΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΑΘΛΙΑ ΥΠΟΘΕΣΗ 23 ντρευτεί τον φτωχό (αν και χαρισματικό) Φρανκ, η ευθύνη να εξασφαλιστεί μια περιουσία είχε πέσει στους ώμους της Μπεατρίς. Ναι, υπήρχε ακόμη η Μέρι, όμως δεν μπορούσε κανείς να εναποθέσει πολλές ελπίδες στη μικρότερη αδελφή της Μπεατρίς (ούτε μπορούσε να της βάλει κορδέλες στα μαλλιά, που, παραδόξως, ήταν πάντοτε γεμάτα χώμα). Όμως η Μπεατρίς είχε έρθει στο Λονδίνο για να βρει δολοφόνους, όχι αγαπημένους. Έτσι, παρευρισκόταν χωρίς ενθουσιασμό στις δεξιώσεις, μένοντας μόνο όσο χρειαζόταν για να κάνει αισθητή την παρουσία της. Στη συνέχεια, με την πρώτη ευκαιρία, έφευγε βιαστικά. Αυτό ακριβώς έκανε και τώρα, καθώς, παρακάμπτοντας ένα φλύαρο ιδρωμένο ζευγάρι, βούτηξε στους ψηλούς θάμνους της Λέσχης των Γαριφάλων. Η Μπεατρίς ξετρύπωσε από την άλλη πλευρά ελαφρώς ταλαιπωρημένη. Είχε μερικά σκισίματα στο λευκό μουσελένιο φόρεμά της, αλλά κατά τ’ άλλα βγήκε αλώβητη. Ίσιωσε το μπονέ της και στράφηκε για να ολοκληρώσει την απόδρασή της. «Κι εγώ βρίσκω τις πόρτες υπερτιμημένες». Μια χαρωπή φωνή την έκανε ν’ αναπηδήσει και γύρισε να δει έναν άντρα να ακουμπάει σ’ ένα δέντρο. Είχε ξανθά μαλλιά, χτενισμένα προς τα πίσω, και ήταν ξυρισμένος, αποκαλύπτοντας ένα θεληματικό πιγούνι. Κρατούσε μια πίπα στο ένα χέρι, μισοφερμένη στα χείλη του. Αρχικά, η Μπεατρίς αναρωτήθηκε αν ήταν ηθοποιός. Υπήρχαν πολλοί που τριγύριζαν στη γειτονιά, ελπίζοντας να τους ανακαλύψουν, όμως αν και αυτός ο άντρας είχε το
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=