Μαγειρεύοντας για έναν δικτάτορα

WITOLD SZABŁOWSKI 30 δώσει πίσω τα λεφτά». Το είπε μπροστά σε όλους τους καλεσμένους του Σαντάμ. Ο Σαντάμ διέταξε τον Σαλίμ να με φέρει μπροστά του. Τρόμαξα. Τρόμαξα πολύ. Δεν είχα ιδέα πώς θα αντιδρούσε ο Σαντάμ. Αυτόν δεν τον επέκρινες. Κανείς δεν το ’κανε: ούτε οι υπουργοί του ούτε οι στρατηγοί του, πόσο μάλλον ένας μάγειρας. Πήγα λοιπόν, θυμωμένος με τον Σαλίμ που με είχε προδώσει και θυμωμένος με τον εαυτό μου που είχα ξεστομίσει τέτοια βλακεία. Ο Σαντάμ καθόταν με τους φίλους του στο τραπέζι, πάνω στο οποίο υπήρχαν τα κόφτα και ανοιχτά μπουκάλια ουίσκι. Κάποιοι απ’ αυτούς είχαν ακόμα κόκκινα μάτια κι ήταν φανερό πως είχαν δοκιμάσει κι αυτοί το ταμπάσκο. «Άκουσα ότι δεν σου άρεσαν τα κόφτα μου» είπε ο Σαντάμ με ύφος σοβαρό. Οι φίλοι του, οι σωματοφύλακες, ο γραμματέας, όλοι τους με κοιτούσαν. Φοβόμουν όλο και πιο πολύ. Δεν μπορούσα ν’ αρχίσω τώρα στα ξαφνικά να παινεύω το πιάτο του – θα ήξεραν πως λέω ψέματα. Άρχισα να σκέφτομαι την οικογένειά μου: πού είναι τώρα η γυναίκα μου, τι κάνει, αν είχαν γυρίσει τα παιδιά μου κιόλας απ’ το σχολείο. Δεν ήξερα τι μπορεί να συμβεί, δεν περίμενα όμως τίποτα καλό. «Δεν σ’ αρέσει…» είπε ξανά ο Σαντάμ. Και ξαφνικά το έριξε στο γέλιο. Γέλαγε, γέλαγε… Γέλαγε ασταμάτητα κι όλοι όσοι κάθονταν στο τραπέζι μαζί του τον ακολούθησαν.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=