WITOLD SZABŁOWSKI 28 Στο Ιράκ κάθε άντρας νομίζει ότι ξέρει να ψήνει το κρέας στη σχάρα. Θα το κάνει ακόμα κι αν δεν ξέρει πώς. Το ίδιο και ο Σαντάμ: αυτά που έφτιαχνε, οι άνθρωποι τα τρώγανε συχνά από ευγένεια – αφού δεν θα πεις στον πρόεδρο ότι δεν σου αρέσει το φαγητό που ετοίμασε ο ίδιος. Δεν μου άρεσε όταν έπιανε να μαγειρεύει. Εκείνη τη μέρα σκέφτηκα όμως πως δεν είναι δυνατό να μην πετύχεις τα κόφτα. Εάν έχεις έτοιμο το κρέας, το πατικώνεις και το κολλάς σε λεπτές στρώσεις στη σούβλα, το πιέζεις λίγο με τα δάχτυλα και μετά βάζεις τη σούβλα στη σχάρα για μερικά λεπτά – κι έτοιμα. Το σκάφος ξεκίνησε. Ο Σαντάμ με τους φίλους του άνοιξαν ένα μπουκάλι ουίσκι και ο Σαλίμ ήρθε στην κουζίνα να πάρει το κρέας και τη σαλάτα. Καθόμουν και περίμενα να δω τι θα ακολουθήσει. Μισή ώρα αργότερα ο Σαλίμ ήρθε ξανά, στα χέρια του είχε ένα πιάτο με κόφτα: «Ο πρόεδρος έφτιαξε και για σένα». Τον ευχαρίστησα, είπα ότι είναι πολύ ευγενικό από μέρους του κυρίου προέδρου, έκοψα ένα κομματάκι κρέας και το τύλιξα σε μια πίτα. Δοκίμασα και… ξαφνικά ένιωσα σαν να είχα πάρει φωτιά! «Νερό, γρήγορα, νερό!» Ήπια αχόρταγα αλλά δεν βοήθησε. «Κι άλλο νερό!» Τίποτα. Η φωτιά δεν έσβηνε. Τα μάγουλά μου έκαιγαν, το ίδιο και τα ούλα, κι απ’ τα μάτια μου άρχισαν να τρέχουν δάκρυα. Τρομοκρατήθηκα. «Δηλητήριο;» αναρωτήθηκα. «Μα γιατί; Για ποιο λόγο; Μήπως ήθελε κανείς να δηλητηριάσει τον Σαντάμ και το ’φαγα εγώ;»
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=