Η τριλογία της Νέας Υόρκης
Γ Υ Α Λ Ι Ν Η Π Ο Λ Η 19 θαμμένο στο σώμα του αναπνέοντος εαυτού. Την ίδια στιγμή, ήταν και το φυσικό βλέμμα του συγγραφέα, το βλέμμα του αν θρώπου που κοιτά από μέσα του τον κόσμο και ζητά από τον κόσμο να του αποκαλυφθεί. Πέντε χρόνια τώρα, ο Κουίν ζούσε με αυτή την αμφισημία να τον στοιχειώνει. Εδώ και καιρό, βεβαίως, είχε πάψει να θεωρεί τον εαυτό του αληθινό. Αν τώρα ζούσε ολοκληρωτικά στον κόσμο, αυτό γινόταν μόνο από κάποια απόσταση, μέσα από το φανταστικό πρόσωπο του Μαξ Γουόρκ. Ο ντετέκτιβ του όφειλε να είναι οπωσδήποτε αληθινός. Το απαιτούσε η φύση των βιβλίων. Αν ο Κουίν επέ τρεπε στον εαυτό του να εξαφανιστεί, να αποσυρθεί μέσα στα όρια μιας παράξενης και ερμητικής ζωής, ο Γουόρκ εξακολου θούσε να ζει μέσα στον κόσμο των άλλων, και όσο περισσότερο ο Κουίν έδειχνε να εξαφανίζεται, τόσο πιο επίμονη γινόταν στον κόσμο αυτό η παρουσία του Γουόρκ. Ενώ ο Κουίν είχε την τάση να μη νιώθει άνετα με τον εαυτό του, ο Γουόρκ ήταν πάντα επι θετικός και ετοιμόλογος, πάντα άνετος όπου κι αν τύχαινε να βρεθεί. Τα πράγματα που προκαλούσαν πρόβλημα στον Κουίν ο Γουόρκ τα θεωρούσε δεδομένα, και σεργιάνιζε μέσα στον χα λασμό των περιπετειών του με μια άνεση και μια αδιαφορία που ποτέ δεν έπαψαν να εντυπωσιάζουν τον δημιουργό του. Δεν ήταν ότι ο Κουίν ήθελε να γίνει Γουόρκ ή έστω να του μοιάζει, τον καθησύχαζε όμως το να προσποιείται ότι ήταν ο Γουόρκ καθώς έγραφε τα βιβλία του, να ξέρει ότι απ’ τον ίδιο εξαρτιόταν να γίνει Γουόρκ αν ποτέ διάλεγε να γίνει, έστω και μόνο νοερά. Εκείνη τη νύχτα, όταν επιτέλους πήγε για ύπνο, προσπάθη σε να φανταστεί τι θα έλεγε ο Γουόρκ στον ξένο στο τηλέφωνο. Στο όνειρό του, που αργότερα το ξέχασε, βρέθηκε μόνος του σ’ ένα δωμάτιο, να ρίχνει με ένα πιστόλι σ’ έναν γυμνό λευκό τοίχο. Την επόμενη νύχτα ο Κουίν αιφνιδιάστηκε. Θεώρησε το περι
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=