11 Αυτό που θυμάμαι περισσότερο –αυτό για το οποίο βλέπω ακόμη εφιάλτες– είναι τα όσα ακολούθησαν όταν όλα είχαν σχεδόν τελειώσει. Θυμάμαι τη βουή του ανέμου μόλις βγήκα στη βεράντα. Τις δυνατές ριπές του ωκεάνιου αέρα που έγδερναν τον γκρεμό πριν πέσουν πάνω μου με ορμή. Καθώς λικνιζόμουν στις φτέρνες μου, ένιωθα σαν να με έσπρωχνε ένα αόρατο, αμετακίνητο πλήθος προς το αρχοντικό. Το τελευταίο μέρος στο οποίο ήθελα να βρίσκομαι. Με ένα μουγκρητό, βρήκα ξανά τα πατήματά μου και άρχισα να διασχίζω τη βεράντα, η οποία ήταν γλιστερή από τη βροχή. Έριχνε καρεκλοπόδαρα και οι σταγόνες της βροχής ήταν τόσο κρύες, που η καθεμιά τους έμοιαζε με τσίμπημα βελόνας. Συνήλθα πολύ γρήγορα από τη θολούρα στην οποία βρισκόμουν. Αισθάνθηκα σαν να ξύπνησα ξαφνικά και άρχισα να παρατηρώ πράγματα. Το νυχτικό μου με τις κόκκινες κηλίδες. Τα χέρια μου ζεστά και κολλώδη από το αίμα. Το μαχαίρι ακόμη στο χέρι μου. Ήταν κι αυτό ματωμένο, αλλά τώρα ξεπλενόταν γρήγορα από την παγωμένη βροχή. Συνέχισα να προχωράω με δυσκολία κόντρα στον άνεμο που μ’ έσπρωχνε προς τα πίσω, παίρνοντας μια κοφτή ανάσα σε κάθε αιχμηρή σταγόνα βροχής. Μπροστά μου απλωνόταν ο ωκεανός, που είχε αναστατωθεί από την καταιγίδα, με τα κύματά του να σκάνε στη βάση του βράχου που βρισκόταν πενήντα μέτρα πιο κάτω. Μόνο το κοντό μαρμάρινο κιγκλίδωμα που διέτρεχε το μήκος της βεράντας με χώριζε από τη σκοτεινή άβυσσο της θάλασσας.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=