Η μόνη που απέμεινε

9 Βρισκόμαστε πάλι δίπλα στη γραφομηχανή, η Λενόρα καθισμένη στην αναπηρική της καρέκλα κι εγώ να στέκομαι κοντά της καθώς τοποθετώ το αριστερό της χέρι πάνω στα πλήκτρα. Μια νέα σελίδα είναι τοποθετημένη στον κύλινδρο, αντικαθιστώντας εκείνη που υπήρχε το προηγούμενο βράδυ. Τώρα είναι ακουμπισμένη με την μπροστινή της όψη στο γραφείο και χρησιμεύει ως μερική απομαγνητοφώνηση της συζήτησής μας. θέλω να σου πω τα πάντα πράγματα που δεν έχω πει ποτέ σε κανέναν άλλον ναι για κείνη τη νύχτα γιατί σε εμπιστεύομαι Αλλά εγώ δεν εμπιστεύομαι τη Λενόρα. Όχι εντελώς. Είναι ικανή για τόσο λίγα, αλλά κατηγορείται για τόσο πολλά, και παραμένω διχασμένη ανάμεσα στο να θέλω να την προστατεύσω και στην επιθυμία να την υποπτευθώ. Αλλά αν θέλει να μου πει τι συνέβη, είμαι πρόθυμη να την ακούσω. Αν και υποψιάζομαι ότι τα περισσότερα θα είναι ψέματα. Ή, ακόμα χειρότερα, η πλήρης, τρομακτική αλήθεια. Τα δάχτυλα του αριστερού χεριού της Λενόρας χτυπούν τα πλήκτρα. Ανυπομονεί να ξεκινήσει. Παίρνω μια βαθιά ανάσα, γνέφω και τη βοηθάω να πληκτρολογήσει την πρώτη πρόταση. Αυτό που θυμάμαι περισσότερο

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=