Η μόνη που απέμεινε

Η ΜΟΝΗ ΠΟΥ ΑΠΕΜΕΙΝΕ 17 μου επιλογή. Και παρόλο που μισώ τον κύριο Γκερλέν, μισώ περισσότερο το να είμαι άνεργη. «Έχετε μια νέα ανάθεση για μένα;» ρωτάω προσπαθώντας να τελειώνω με αυτό όσο πιο γρήγορα γίνεται. «Ναι» λέει ο κύριος Γκερλέν. «Η ασθενής υπέστη μια σειρά εγκεφαλικών επεισοδίων πριν από πολλά χρόνια και χρειάζεται συνεχή φροντίδα. Είχε μια νοσοκόμα πλήρους απασχόλησης – ιδιωτικής σύμβασης– η οποία έφυγε εντελώς ξαφνικά». «Συνεχή φροντίδα. Αυτό σημαίνει...» «Ότι θα πρέπει να ζήσεις μαζί της, ναι». Γνέφω για να κρύψω την έκπληξή μου. Νόμιζα ότι ο κύριος Γκερλέν θα ήθελε να με έχει από κοντά κατά την πρώτη μου ανάθεση μετά την επιστροφή μου, προσφέροντάς μου μια από κείνες τις δουλειές όπου θα περνάω τη μέρα μου με έναν ηλικιωμένο από τις εννέα έως τις πέντε, στο πλαίσιο των υπηρεσιών που πρόσφερε με έκπτωση στους ντόπιους. Αλλά αυτό ακούγεται σαν μια πραγματική ανάθεση. «Φυσικά, θα σου παρέχεται διαμονή και διατροφή» συνεχίζει ο κύριος Γκερλέν. «Αλλά θα είσαι σε ετοιμότητα είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Οποιοδήποτε ρεπό χρειαστείς, θα πρέπει να διευθετηθεί ανάμεσα σ’ εσένα και την ασθενή. Ενδιαφέρεσαι;» Φυσικά και ενδιαφέρομαι. Αλλά εκατό διαφορετικές ερωτήσεις με εμποδίζουν να πω αμέσως ναι. Ξεκινώ με μια απλή αλλά σημαντική ερώτηση. «Πότε θα μπορούσα να ξεκινήσω;» «Αμέσως. Όσο για το πόσον καιρό θα είσαι εκεί, αν η απόδοσή σου είναι ικανοποιητική, δεν βρίσκω κάποιον λόγο να μην παραμείνεις εκεί μέχρι να μη σε χρειάζονται πια». Με άλλα λόγια, μέχρι να πεθάνει η ασθενής. Η σκληρή πραγματικότητα του να είσαι φροντίστρια κατ’ οίκον είναι ότι η δουλειά είναι πάντα προσωρινή. «Πού βρίσκεται;» ρωτάω, ελπίζοντας ότι βρίσκεται σε κάποια

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=