RILEY SAGER 16 «Πώς είσαι, Κιτ;» ρωτάει ο κύριος Γκερλέν. «Ήρεμη και αναζωογονημένη, ελπίζω. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο για το πνεύμα από το να απολαμβάνει λίγη ξεκούραση». Ειλικρινά, δεν έχω ιδέα πώς να απαντήσω. Αισθάνομαι ήρεμη από τότε που τέθηκα σε διαθεσιμότητα χωρίς να πληρώνομαι, πριν από έξι μήνες; Είναι αναζωογονητικό να αναγκάζομαι να κοιμάμαι στο παιδικό μου δωμάτιο και να περπατάω στις μύτες των ποδιών όταν βρίσκομαι γύρω από τον σιωπηλό, θυμωμένο πατέρα μου, η απογοήτευση του οποίου χρωματίζει κάθε μας αλληλεπίδραση; Μήπως μου άρεσε που με ερευνούσε η υπηρεσία, το πολιτειακό υπουργείο Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών, η αστυνομία; Η απάντηση σε όλα αυτά είναι όχι. Αντί να παραδεχτώ κάτι τέτοιο στον κύριο Γκερλέν, λέω απλώς «Ναι». «Υπέροχα» απαντάει. «Τώρα όλα αυτά τα δυσάρεστα είναι πίσω μας και είναι ώρα για μια νέα αρχή». Φουντώνω. Δυσφορώ. Λες και όλα ήταν μια μικρή παρεξήγηση. Η αλήθεια είναι ότι είχα περάσει δώδεκα χρόνια στην υπηρεσία. Ήμουν περήφανη για τη δουλειά μου. Ήμουν καλή σε αυτό που έκανα. Νοιαζόμουν. Ωστόσο, τη στιγμή που κάτι πήγε στραβά, ο κύριος Γκερλέν με αντιμετώπισε αμέσως σαν εγκληματία. Παρόλο που απαλλάχτηκα από κάθε κατηγορία και μου επετράπη να εργαστώ ξανά, η όλη διαδικασία με άφησε έξαλλη και πικραμένη. Ειδικά απέναντι στον κύριο Γκερλέν. Δεν σκόπευα να επιστρέψω στην υπηρεσία. Αλλά η αναζήτηση νέας εργασίας ήταν άκρως αποτυχημένη. Συμπλήρωσα δεκάδες αιτήσεις για δουλειές που δεν ήθελα, αλλά παρ’ όλα αυτά διαλύθηκα όταν δεν με κάλεσαν ποτέ για συνέντευξη. Να γεμίζω ράφια σε ένα σουπερμάρκετ. Να χειρίζομαι την ταμειακή μηχανή σε ένα φαρμακείο. Να ψήνω μπιφτέκια σ’ εκείνο το νέο McDonald’s με την παιδική χαρά δίπλα στην εθνική οδό. Αυτή τη στιγμή, οι Φροντιστές κατ’ Οίκον Γκερλέν είναι η μόνη
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=