RILEY SAGER 12 Όταν έφτασα στα κάγκελα, έβγαλα έναν τρελό, παράξενο, πνιχτό ήχο. Μισό γέλιο, μισό λυγμό. Η ζωή που είχα πριν από λίγες ώρες είχε χαθεί για πάντα. Όπως και οι γονείς μου. Όμως εκείνη τη στιγμή, ακουμπώντας στο κιγκλίδωμα της βεράντας με το μαχαίρι στο χέρι μου, τον άγριο άνεμο να μαίνεται στο πρόσωπό μου και την παγωμένη βροχή να χτυπάει το αιμόφυρτο σώμα μου, ένιωσα μόνο ανακούφιση. Ήξερα ότι σύντομα θα είχα απαλλαγεί από όλα. Γύρισα προς το αρχοντικό. Κάθε παράθυρο σε κάθε δωμάτιο ήταν φωταγωγημένο. Τόσο φωτεινό όσο και τα κεριά που είχαν κοσμήσει την πολυώροφη τούρτα γενεθλίων μου οκτώ μήνες νωρίτερα. Φαινόταν τόσο λαμπερό. Τόσο κομψό. Όλα αυτά τα χρήματα να ακτινοβολούν πίσω από αψεγάδιαστα τζάμια. Αλλά ήξερα ότι τα φαινόμενα μπορεί να απατούν. Και ότι ακόμα και οι φυλακές μπορούν να φαίνονται υπέροχες αν φωταγωγηθούν με τον κατάλληλο τρόπο. Στο εσωτερικό του αρχοντικού, η αδερφή μου ούρλιαζε. Οι κραυγές της ήταν φρικιαστικές και ανεβοκατέβαιναν με ένταση σαν σειρήνα. Ήταν το είδος των κραυγών που ακούς όταν έχει συμβεί κάτι πραγματικά τρομερό. Και είχε όντως συμβεί. Κοίταξα το μαχαίρι που κρατούσα σφιχτά στο χέρι μου και ήταν τώρα πια πεντακάθαρο. Ήξερα ότι μπορούσα να το χρησιμοποιήσω ξανά. Ένα τελευταίο χτύπημα. Μια τελευταία μαχαιριά. Δεν μπορούσα να πείσω τον εαυτό μου να το κάνει. Αντ’ αυτού, πέταξα το μαχαίρι πάνω από τα κάγκελα και το είδα να εξαφανίζεται στα κύματα που έσκαγαν πιο κάτω. Καθώς η αδερφή μου συνέχισε να ουρλιάζει, έφυγα από τη βεράντα και πήγα στο γκαράζ να φέρω σκοινί. Αυτή είναι η ανάμνησή μου – και αυτό που ονειρευόμουν όταν σε ξύπνησα. Φοβήθηκα τόσο πολύ, γιατί ένιωθα σαν να συνέβαιναν όλα από την αρχή.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=