Η μάγισσα

9 Η ΜΑΓΙΣΣΑ «Τι κάνετε;» Η λεπτή φωνή της Μάγιας τούς έκανε να σταματήσουν και να στραφούν προς το άνοιγμα της πόρτας. Δεν ήταν μόνον η Μάγια που στεκόταν εκεί, ήταν και τα δύο δίδυμα αδελφάκια της, ένα σε κάθε πλευρά της, τα οποία περιεργάζονταν χαρωπά τους γονείς τους στο κρεβάτι. «Γαργαλιόμασταν λίγο» είπε ο Πάτρικ με κομμένη την ανάσα και σηκώθηκε. «Πρέπει να φροντίσεις αυτόν εκεί τον σύρτη στην πόρτα τώρα!» έκανε σφυριχτά η Ερίκα και τράβηξε το πάπλωμα που την είχε αφήσει εκτεθειμένη από τη μέση και πάνω. Ανακάθισε και κατάφερε να χαμογελάσει στα παιδιά. «Πηγαίνετε κάτω και βγάλτε τα πράγματα για το πρωινό, ερχόμαστε κι εμείς». Ο Πάτρικ είχε προλάβει να φορέσει και τα υπόλοιπα ρούχα και έσπρωξε απαλά τα παιδιά μπροστά. «Κι αν δεν μπορείς να βιδώσεις τον σύρτη μόνος σου, μπορείς κάλλιστα να παρακαλέσεις τον Γκούναρ να το κάνει. Φαίνεται να είναι πάντα έτοιμος με την εργαλειοθήκη του. Εκτός βέβαια κι αν είναι απασχολημένος με τη μαμά σου…» «Άσ’ το το θέμα» έκανε γελώντας ο Πάτρικ και βγήκε από την κρεβατοκάμαρα. Με ένα χαμόγελο στα χείλη η Ερίκα ξάπλωσε πάλι. Μπορούσε να χουζουρέψει λίγο μέχρι να ξανασηκωθεί. Δεν είχε συγκεκριμένα ωράρια, ένα από τα οφέλη τού να είσαι εργοδότης του εαυτού σου, κάτι που ταυτόχρονα μπορούσε να θεωρηθεί και μειονέκτημα. Το συγγραφιλίκι απαιτούσε χαρακτήρα και αυτοπειθαρχία, ενώ καμιά φορά ένιωθε λίγη μοναξιά. Μολαταύτα αγαπούσε τη δουλειά της, λάτρευε να γράφει, να δίνει ζωή στα ανθρώπινα πεπρωμένα που επέλεγε να παρουσιάσει, να ψάχνει και να ερευνά και να προσπαθεί να ανακαλύψει τι είχε πραγματικά συμβεί και γιατί. Την υπόθεση που δούλευε

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=