Η μάγισσα

7 Ήταν αδύνατον να πεις τι ζωή είχε μπροστά του το κοριτσάκι. Ποια θα γινόταν. Τι δουλειά θα έκανε, ποιον θ’ αγαπούσε, αν θα πενθούσε, θα έχανε ή θα κέρδιζε. Αν θα αποκτούσε παιδιά και τι σόι άνθρωποι θα έβγαιναν. Ούτε καν να φανταστείς δεν μπορούσες πώς θα έμοιαζε ως ενήλικη. Στην ηλικία των τεσσάρων χρόνων τίποτα δεν ήταν ακόμη ολοκληρωμένο. Το χρώμα των ματιών της εναλλασσόταν μεταξύ γαλανού και πράσινου, τα μαλλιά της που ήταν σκούρα όταν γεννήθηκε είχαν τώρα ξανθύνει, αν και υπήρχε μια δόση κόκκινου εκεί ανάμεσα στο ξανθό, και το χρώμα μπορούσε κάλλιστα να αλλάξει ξανά. Ήταν πολύ δύσκολο να κατασταλάξεις κάπου τώρα. Ήταν πεσμένη μπρούμυτα με το πρόσωπο στραμμένο προς τον πυθμένα. Το πίσω μέρος του κεφαλιού καλυμμένο από παχύρρευστο, πηγμένο αίμα. Μόνον οι κοτσίδες που ξεκινούσαν από το πίσω τμήμα του κεφαλιού και επέπλεαν είχαν φωτεινότερες αποχρώσεις. Πάντως δεν θα έλεγες ότι σε αυτή τη σκηνή επικρατούσε αποτροπιαστική ατμόσφαιρα. Όχι περισσότερο αποτροπιαστική, εν πάση περιπτώσει, απ’ ό,τι αν δεν ήταν πεσμένη εκεί στο νερό. Οι θόρυβοι στο δάσος ίδιοι κι απαράλλακτοι, όπως πάντα. Το φως τρύπωνε ανάμεσα στα δέντρα και έπεφτε κατά λεπτές δέσμες, με τον ίδιο τρόπο που γινόταν πάντα όταν είχε ήλιο τέτοια ώρα της μέρας. Το νερό κινούνταν ήρεμα γύρω της και η επιφάνειά του ρυτιδωνόταν μόνον αν καμιά φορά προσγειωνόταν πάνω της κάποια λιβελούλα και προκαλούσε μικρούς δακτυλιοειδείς κυματισμούς. Η μεταμόρφωση είχε αρχίσει και οσονούπω θα γινόταν κι αυτή ένα με το δάσος και το νερό. Αν δεν την έβρισκε κανείς, η φύση θα ακολουθούσε την πορεία της και θα την έκανε δική της. Προσώρας δεν ήξερε κανένας ότι είχε χαθεί.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=