«Η απάντηση είναι ναι!» είπε ο Γκάμλακ. «Χρειάζεσαι ένα μέρος για να μείνεις όσο φθίνει το φεγγάρι, κι εμείς έχουμε τόσα δωμάτια! Αν δε σου αρέσει κανένα από αυτά, θα σου φτιάξω άλλο…» Η Κάμαρ χαμογέλασε. «Δε λειτουργεί έτσι το πράγμα με το φεγγάρι» είπε. «Κι όμως, εσύ κάθε μήνα μού προσφέρεις το σπίτι σου. Είσαι ο πιο καλόκαρδος μάγος που υπάρχει, Γκάμλακ. Ο πιο ανιδιοτελής, και γι’ αυτό βρίσκομαι εδώ. Εγώ δε χρειάζομαι τη βοήθειά σου, γνωρίζω όμως κάποιους που τη χρειάζονται». Κούνησε το χέρι της προς την κρυστάλλινη σφαίρα. Εκείνη φωτίστηκε και έδειξε τρεις τύπους που κάθονταν σ’ ένα τραπέζι. Ο ένας ήταν μια γυναίκα που φαινόταν γεροδεμένη και γενναία. Ο άλλος ήταν ένα ξωτικό που είχε περασμένα στην πλάτη του ένα τόξο και μια φαρέτρα. Και ο τρίτος ήταν πολύ μικρούλης, με λεπτά δάχτυλα, κι είχε το κεφάλι του καλυμμένο με μια κουκούλα. Τυχοδιώκτες. «Θέλουν έναν μάγο να πάει μαζί τους σε μια απο26
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=