Γη που χάνεται

J U L I A P H I L L I P S 34 Η Αλιόνα κόλλησε τις γροθιές της στους μηρούς της. Μη σκέφτεσαι τους ελέφαντες τώρα . Το δερμάτινο κάθισμα κά- τω απ’ τα πόδια της εξακολουθούσε να είναι ζεστό, τα πνευμόνια της ασφυκτιούσαν, μες στο μυαλό της όλα τρε- μόπαιζαν, ο αέρας ανέβαινε κυματιστός από τη φρεσκο- στρωμένη πίσσα. Είχε πει στην αδελφή της εκείνη τη χα- ζομάρα για το κύμα. Για το κομμάτι γης που χάθηκε. Ευ- χόταν να είχε σκεφτεί κάτι άλλο. Τώρα όμως δεν μπορούσε να το πάρει πίσω. Έπρεπε να συγκεντρωθεί. Βρίσκονταν στο αυτοκίνητό του. Κατευθύνονταν κάπου. Σύντομα θα γύριζαν σπίτι. Έπρεπε να φανεί δυνατή για τη Σοφία. «Αλιόνα;» είπε η αδελφή της. Φόρεσε μια χαρούμενη έκφραση και γύρισε. Οι μύες στα μάγουλά της έτρεμαν. «Τι ’ναι;» «Ναι» είπε η Σοφία. Η Αλιόνα την κοίταξε. Δεν θυμό- ταν. «Ναι, μια ιστορία». «Σωστά». Ο δρόμος ήταν γεμάτος χώμα και άδειος, πε- ριστοιχισμένος από ισχνά δέντρα. Γερμένα προς τα εμπρός, τους έβιαζαν να συνεχίσουν. Στον ορίζοντα είχαν προβάλει οι κώνοι των τριών πιο κοντινών στην πόλη ηφαιστείων. Τα βουνά ήταν μια πριονωτή γραμμή. Άλλα κτίρια δεν ορ- θώνονταν στον δρόμο τους. Στο μυαλό της Αλιόνα ήρθε ξανά το τσουνάμι. Το ξαφνικό βάρος του. «Μια ιστορία» είπε. «Ναι».

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=