Γη που χάνεται

Γ Η Π Ο Υ Χ Α Ν Ε Τ Α Ι 33 της στο κάθισμα του συνοδηγού. Ένα ζευγάρι γάντια ερ- γασίας, οι παλάμες επενδυμένες με κόκκινο λάτεξ, ήταν σφηνωμένα μέσα σε μια θήκη για ποτήρι στην κεντρική κονσόλα του αυτοκινήτου. Τα γάντια ήταν βρόμικα. Η Αλιόνα πίεσε τον εαυτό της να κοιτάξει τη Σοφία. «Θέλεις άλλη μια ιστορία;» «Όχι» είπε η αδελφή της. Έτσι κι αλλιώς, η Αλιόνα δεν μπορούσε να σκεφτεί κα- μία καινούργια ιστορία. Γύρισε πάλι μπροστά. Χαλίκια κροτάλιζαν κάτω απ’ τα λάστιχα. Εκτάσεις με διάσπαρτες τούφες χορτάρι περνούσαν σαν αστραπή δίπλα τους. Ο ήλιος κόνταινε τις σκιές πάνω στον δρόμο. Πέρα- σαν την πινακίδα –σκούρο μέταλλο– για την έξοδο προς το αεροδρόμιο της πόλης και συνέχισαν. Το αυτοκίνητο τρανταζόταν από κάτω τους καθώς το οδόστρωμα χειροτέρευε. Το χερούλι της πόρτας στην πλευ- ρά της τρεμόπαιζε. Για μια στιγμή η Αλιόνα προσπάθησε να δει τον εαυτό της να το πιάνει, να το τραβάει, να κα- τρακυλάει έξω, αλλά μετά… Ήταν σαν να έβλεπε τον θά- νατό της. Η ταχύτητα, το έδαφος, τα λάστιχα. Και η Σοφία. Τι θα έκανε η Αλιόνα, θα εγκατέλειπε τη Σοφία; Μακάρι να της είχαν επιτρέψει να μείνει μόνη σήμερα. Η μητέρα τους πάντοτε την ανάγκαζε να παίρνει και τη Σοφία μαζί. Και τώρα… αν συνέβαινε κάτι… Η Σοφία δεν μπορούσε να φροντίσει τον εαυτό της. Τις προάλλες είχε ρωτήσει αν υπήρχαν στ’ αλήθεια οι ελέφα- ντες – νόμιζε πως είχαν εξαφανιστεί μαζί με τους δεινό- σαυρους. Τι μωρό.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=