Ένας πολύ ευχάριστος φόνος
J U L I A S E A L E S 28 «Επιτέλους» αναφώνησε η κυρία Στιλ όταν η Μπεατρίς μπήκεστοδωμάτιο.«Βγήκεςαπότομαράζι γιατονκαλόσου!» ΗΜπεατρίς προσπάθησε να παριστάνει την ερωτευμέ- νη, περνώντας δίπλα από τη μητέρα της για ν’ αποφύγει τυχόν περαιτέρω ερωτήσεις. Απέφυγε μια πιτσιλιά από το νερό στον κουβά που είχε στερεώσει ο πατέρας της πάνω από την πόρτα του σαλονιού και πήγε να καθίσει δίπλα του. Σταμάτησε πλάι σ’ ένα τσαλακωμένο μαξιλάρι και μετά το ανασήκωσε για να βρει το λεγόμενο μαξιλάρι πορδής του κυρίου Στιλ. «Πώς βρέθηκε αυτό εκεί;» ρώτησε αθώα ο πατέρας της, καθώς του το έδινε ηΜπεατρίς. Ηκυρία Στιλ το άρπαξε και το πέταξε από το ανοιχτό παράθυρο. «Τώρα που τίποτα δεν μας αποσπά την προσοχή » είπε με νόημα «η Λουίζα μπορεί να μας πει τα νέα της». Πήρε τα χέρια της Λουίζας στα δικά της και οι δυο τους κάθισαν στον φουσκωτό καναπέ. «Το άκουσα από την Αραμπέλα Άσμπρουκ μόλις τώρα» είπε η Λουίζα «κατά τη διάρκεια της εξόρμησής μας στην πόλη». «Πήγες με την Αραμπέλα;» ρώτησε έκπληκτη η Μπεα- τρίς. «Ήταν διαθέσιμη» είπε ηΛουίζα και μετακινήθηκε άβο- λα στον καναπέ. «Σου φώναξα πριν φύγω, σε περίπτωση που ήθελες να έρθεις, αλλά δεν απάντησες. Λυπάμαι» πρό- σθεσε, με ταμεγάλα τηςμάτιανα λάμπουν τώρααπό τύψεις. «Ω…όχι. Δεν πειράζει» είπε γρήγορα ηΜπεατρίς, προ- σπαθώντας να την καθησυχάσει. «Μην ανησυχείς».
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=