Η εκδίκηση

18 Y R S A S I G U R D A R D O T T I R , όποια δύναμη είχαν καταφέρει να χτίσουν μάλλον δεν αρκούσε για το είδος της δουλειάς που τους περίμενε εδώ. «Ξέρετε αν πρόκειται να έρθουν άλλοι επισκέπτες εδώ μέσα στη βδομάδα;» ρώτησε η Κάτριν τον καπετάνιο κάνοντας νοερά τον σταυρό της. Αν ναι, υπήρχε μια ελπίδα να μπορέσουν να φύγουν νωρίτερα έτσι και πήγαιναν όλα στραβά για κάποιον λόγο. Ο γερο-ναυτικός κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Δεν ξέ- ρετε τίποτε γι’ αυτό το μέρος, ε;» Δεν είχαν καταφέρει να μιλήσουν σχεδόν καθόλου στη διαδρομή, με τον τρομερό θόρυ- βο που έκανε η μηχανή της βάρκας. «Όχι. Στην ουσία, όχι». «Μόνο το καλοκαίρι έχει κόσμο εδώ. Τι να έρθουν να κάνουν οι άνθρωποι μέσα στο καταχείμωνο; Έρχονται μερικοί για Πρωτοχρονιά στον ξενώνα, κάποιοι άλλοι πετάγονται αραιά και πού να ελέγξουν αν είναι εντάξει τα σπίτια τους, αλλά το χωριό μένει έρημο τους μήνες του χειμώνα». Ο καπετάνιος έκανε μια παύση και κοίταξε το κομμάτι του οικισμού που φαινόταν από την παραλία. «Ποιο σπίτι αγοράσατε;» «Το τελευταίο, πίσω πίσω. Νομίζω ότι ήταν η κατοικία του εφημέριου». Η φωνή του Κάρδαρ είχε μια νότα περηφάνιας. «Δεν φαί- νεται αποδώ όπου στεκόμαστε, αλλά ξεχωρίζει απ’ όλο το χωριό». «Τι; Είσαι σίγουρος;» Ο καπετάνιος φάνηκε να απορεί. «Δεν υπήρχε ποτέ εφημέριος σ’ ετούτο το χωριό. Όταν υπήρχε ακό- μη εκκλησία, ερχόταν και λειτουργούσε ο ιερέας από το Άδαλ- βικ. Λάθος πληροφορίες σάς έδωσαν, μου φαίνεται». Ο Κάρδαρ δίστασε πριν απαντήσει και από το μυαλό της Κάτριν πέρασαν διάφορες σκέψεις, μεταξύ των οποίων και η ευτυχής πιθανότητα να ήταν όλα μια παρεξήγηση: Δεν υπήρχε σπίτι, άρα μπορούσαν να τα μαζέψουν και να γυρίσουν πίσω. «Όχι, ήρθα και το είδα πρόσφατα, σίγουρα ήταν σπίτι ιερέα

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=