Βρόμικη σάρκα

Β Ρ Ο Μ Ι Κ Η Σ Α Ρ Κ Α 13 Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με τον Φελίπε. Ήταν μια κοπέλα πολύ όμορφη, καλλιεργημένη και εργατική. Φαινόταν ότι ήταν πολύ μετρημένη. Στις δεκαπέντε μέρες, όταν η Λουθία πήγε να παραδώσει το τραπεζομάντιλο που είχε κεντήσει, εκείνος φρόντισε να την εξυπηρετήσει. Δεν ήταν καθόλου ντροπαλός. Ίσα ίσα. Τη ρώτησε το όνομά της, αντάλλαξαν μερικές κουβέ­ ντες και αυτό ήταν όλο. Στις δεκαπέντε μέρες, αντάλλαξαν ξανά μερικές κουβέντες. Ήταν όμως καταχείμωνο και ο Φε­ λίπε δεν ήξερε τι να κάνει για να της προτείνει να βγουν. Χωρίς να το σκεφτεί τη ρώτησε: «Θα θέλατε να πιούμε κάτι; Να σας κεράσω μια ζεστή σο­ κολάτα με τσούρος; Εδώ δίπλα. Με αυτό το κρύο θα είναι ό,τι πρέπει…». «Όχι, δεν σας γνωρίζω. Μη γίνεστε θρασύς». «Το ξέρω ότι γίνομαι θρασύς, δεσποινίς. Μην το πάρετε στραβά. Θέλω μόνο να είμαι ευγενικός μαζί σας. Αλλά δεν ξέρω τον τρόπο… εάν δεν σας αρέσει η σοκολάτα, μπορείτε να πάρετε έναν καφέ, το ίδιο είναι…» Ξεροκατάπιε. Δεν ήξερε πώς να συνεχίσει. Η Λουθία χα­ μήλωσε το βλέμμα στο πάτωμα, αλλά μέσα της ευχόταν να επιμείνει. Έμειναν σιωπηλοί για μισό λεπτό. Εκείνος, ωστόσο, δεν τόλμησε να επιμείνει κι εκείνη έφυγε, με τα μάγουλα κατακόκκινα, αλλά γελώντας μέσα της, με μεγάλη ανυπομο­ νησία. Δεκαπέντε μέρες αργότερα, εκείνη μπήκε και πάλι στο κατάστημα με το νέο της εργόχειρο. Τώρα, εκείνος την περί­ μενε και είχε σκεφτεί καλά τι έπρεπε να της πει. Εξαπέλυσε νέα επίθεση: «Ονομάζομαι Φελίπε Κουγκάτ και είμαι ανιψιός του ιδιο

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=