Βρόμικη σάρκα

P E D R O J U A N G U T I É R R E Z 12 κλωστή μέχρι το μαξιλάρι. Είχε πάντα μια μυρωδιά ξινή και γλυκερή, ζεστή και μητρική εκείνο το κρεβάτι. Η ζωή κυλούσε χωρίς εκπλήξεις. Ο μισθός του ταχυδρόμου έφτανε μόλις και μετά βίας, αλλά στριμώχνονταν και προχω­ ρούσαν παρακάτω. Η Λουθία σπούδασε πιάνο και σολφέζ για δύο χρόνια. Μέχρι που σταμάτησε τα μαθήματα επειδή δεν είχαν πια χρήματα να τα πληρώνουν. Η μητέρα είχε πουλήσει ένα ζευγάρι χρυσά σκουλαρίκια και ένα δαχτυλίδι που είχε κληρονομήσει από τον παππού της. Έπειτα έμαθε –πολύ λίγο– κοπτική και ραπτική. Και αυτό το εγκατέλειψε προτού τελειώ­ σει. Οι μοναδικές βόλτες ήταν για να πάνε στη λειτουργία στις εφτά το πρωί τις Κυριακές και, μερικές φορές, το καλοκαίρι, πήγαιναν να περπατήσουν και να λιαστούν για ένα δίωρο στο πάρκο Ρετίρο. Και, φυσικά, το πικνίκ της 15ης Μαΐου, στην εξοχή, στο πανηγύρι για τον εορτασμό του Αγίου Ισίδωρου του Γεωργού. Η Λουθία άρχισε να ασχολείται με το κέντημα. Για να περ­ νάει την ώρα της και για να κερδίζει κάποια επιπλέον χρήμα­ τα. Είχε μάθει μόνη της. Απλά κεντήματα σε τραπεζομάντιλα και πετσετάκια. Κατάφερε να τα πουλάει σε ένα κατάστημα με λευκά είδη, εκεί κοντά, στην οδό Τολέδο. Μια δυο φορές τον μήνα περνούσε από το κατάστημα. Την ήξεραν πια. Της έδιναν ένα τραπεζομάντιλο και ένα σετ πε­ τσέτες για να κεντήσει και της πλήρωναν το προηγούμενο, το οποίο είχε ήδη ολοκληρώσει. Σε μία από αυτές τις επισκέψεις, συνάντησε εκεί έναν νέο, τον Φελίπε. Ήταν ανιψιός του ιδιο­ κτήτη. Κοιτάχτηκαν με ενδιαφέρον. ΗΛουθία ενθουσιάστηκε. Μέχρι που επιταχύνθηκαν λίγο οι χτύποι της καρδιάς της. Αλλά ήταν προσεκτική και απέφυγε να τον κοιτάξει κατάματα.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=