Ανάμεσα στα δάση και τα νερά

Π Α Τ Ρ Ι Κ Λ Η Φ Ε Ρ Μ Ο Ρ 30 ντικούς χαιρετισμούς). Το κοπάδι του είχε γίνει μια θολή εικόνα από λευκές κηλίδες και μακρινά κουδουνίσματα όταν διέκρινα μια διαφορετική αγέλη. Μια ομάδα πλατωνιών που ακόμη δεν είχαν βγάλει κέρατα έβοσκαν στις παρυφές του δάσους στην άλλη άκρη της κοιλάδας. Καθώς ο ήλιος έδυε απέναντι, η σκιά τους έπεφτε τεράστια στην αντικρινή πλαγιά: κάποιοι ήχοι βη- μάτων μέσα στην απεραντοσύνη του γαληνεμένου αέρα τα έκα- ναν να σηκώσουν τα κεφάλι τους όλα μαζί και τα κράτησαν στραμμένα προς το μέρος μου μέχρις ότου απομακρύνθηκα. Σκεφτόμουν να κοιμηθώ έξω, και τα κουρεμένα πρόβατα με έπεισαν αμετάκλητα · το αεράκι ήταν τόσο απαλό που σχεδόν δεν κουνιόταν φύλλο. Η πρώτη μου προσπάθεια, πριν από δύο βρα­ διές στη Σλοβακία, κατέληξε στην ολιγόωρη σύλληψή μου με την υποψία της λαθρεμπορίας. Πουθενά όμως δεν υπήρχε με- γαλύτερη ασφάλεια απ’ ό,τι σε αυτό το δάσος, εδώ ψηλά πάνω από τους κινδύνους των συνόρων. Αναζητούσα ένα προστατευμένο μέρος όταν μέσα στο σού- ρουπο διέκρινα μια φωτιά στην άλλη άκρη ενός ξέφωτου όπου κοράκια έκαναν σαματά καθώς έπεφταν για ύπνο. Κάτω από μια τεράστια βελανιδιά, σε μια κόχη του δάσους, ήταν στημένο ένα μαντρί με πασσάλους και χαμόκλαδα – ένας χοιροβοσκός το σφάλιζε περνώντας ένα παλούκι ανάμεσα από δυο πλέγματα λυγαριάς, και μέσα τα σγουρομάλλικα μαύρα γουρούνια αλλη- λοσπρώχνονταν για να εξασφαλίσουν χώρο. Η διπλανή καλύβα είχε σκεπή από καλάμια και όταν συνάντησα τους χοιροβο- σκούς, και οι δύο σήκωσαν το βλέμμα τους αμήχανα μέσα στο φως της φωτιάς: ποιος ήμουν, και από πού ερχόμουν; Οι απα- ντήσεις –«Angol» (Άγγλος) και «Angolorsz΄ag» (Αγγλία)– δεν τους έλεγαν τίποτα, αλλά τα πρόσωπά τους φωτίστηκαν με την εμφάνιση μιας μποτίλιας μπάρακ που ήταν αποχαιρετιστήριο λά-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=