Ανάμεσα στα δάση και τα νερά
A N A M E Σ Α Σ Τ Α Δ Α Σ Η Κ Α Ι Τ Α Ν Ε Ρ Α 29 είχε περάσει, δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι επιτέλους γύρω μου απλωνόταν η σχεδόν μυθική χώρα της Ουγγαρίας. Όχι ότι αυτό το τμήμα της, οι λόφοι του Πίλις, ανταποκρίνονταν έστω και ελάχιστα στην παραμικρή προσδοκία μου. Καθώς ανηφόρι- ζα ο Δούναβης κρύφτηκε, λόφοι και δάση κατάπιαν το μονοπά- τι και οι ηλιαχτίδες έπεφταν λοξές μέσα από τα νεαρά κλωνιά των βελανιδιών. Τα πάντα μύριζαν φτέρη και βρύα, βλαστάρια καρυδιάς και οξιάς ξεδιπλώνονταν, και το μονοπάτι, μαλακό από τα σάπια φύλλα, ελισσόταν γύρω από μεγάλα δέντρα κα- λυμμένα από λειχήνες με σκυλάκια και ηράνθεμα ανάμεσα στις ρίζες τους. Όταν το δάσος αραίωσε για κάνα δυο μίλια, στις δύο πλευρές υψώθηκαν απόκρημνα λιβάδια μέχρι τις σκοτεινιασμέ- νες από τα αναρριχητικά δεντροκορφές, και ρυάκια πουπουλια- σμένα με νεροκάρδαμο κυλούσαν γοργά και καθάρια στις κοι- λάδες. Ενώ διέσχιζα ένα από αυτά πατώντας πάνω σε πέτρες, άκουσα βελάσματα και τον μεταλλικό ήχο των κουδουνιών · με- τά ξέσπασαν γαβγίσματα και οι τρεις δαίμονες ξεχύθηκαν προς τα κάτω δείχνοντας τα σκυλόδοντα πριν γυρίσουν πίσω στο κά- λεσμα του βοσκού. Τα πρόβατά του ήταν μέχρι την κοιλιά μέσα σε ένα πυκνό χαλί από μαργαρίτες · οι προβατίνες πρέπει να είχαν γεννήσει κοντά στα Χριστούγεννα και ορισμένες ήταν ήδη κου- ρεμένες. Εδώ και αρκετές ημέρες κυκλοφορούσα χωρίς πανω- φόρι, όμως ο τσοπάνης είχε ριγμένη στους ώμους μια μακριά κάπα από αρνοτόμαρο – οι χωρικοί δεν βιάζονται να πετάξουν τα κουρέλια τους. Φώναξα: «J΄o estét kiv΄anok»! –το ένα τέταρτο των ουγγρικών που γνώριζα–, και μου επιστράφηκε ο ίδιος απο- γευματινός χαιρετισμός, συνοδευμένος από το τελετουργικό ανέμισμα του μαύρου καπέλου με το στενό γείσο. (Από τότε που συνάντησα πληθυσμούς Ούγγρων στη νότια Σλοβακία λαχταρού- σα κάποιο είδος καπέλου για να απαντώ σε αυτούς τους αρχο-
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=