1795: Η ώρα της κάθαρσης

N I K L A S N A T T O C H D A G 20 μάζευτη από κάτω του. Και για ώρα πολλή, πάρα πολλή, ακούει –σουρντινιασμένο από τα πούπουλα και τα μεταξωτά– το δικό της θριαμβευτικό γέλιο κι ένα κουδουνάκι να χτυπάει, απόσιγο κι αυτό. Ο Τίκο Σέτον πρέπει να στηριχτεί στον τοίχο καθώς βγαίνει αποκεί μέσα. Έχει ήδη πάρει όσα ελάχιστα τιμαλφή και νομί- σματα έχουν απομείνει τώρα από την περιουσία του, αλλά ούτε κι αυτά κατάφερε να τα πάρει όλα, τι πολλοί κρυψώνες παραδί- νονταν στης απολησμονιάς την αγκαλιά μόλις ο πανικός οδηγού- σε σε αδιέξοδο τις αισθήσεις του. Εκείνη κείτεται νεκρή στην κάμαρά της, αλλά τα μάτια της είναι ανοιχτά και το χλευαστικό βλέμμα τους τον ακολουθεί ακόμα και μέσα από τους τοίχους. Μια μικρή υφασμάτινη τσάντα γέμισε, αυτό είναι όλο. Σαν βγαί- νει στον κήπο, εξακολουθεί να κυριαρχεί η νύχτα, αλλά είναι διαφορετική από πριν και τον υποχρεώνει να σταματήσει στην καγκελόπορτα του κήπου σαν να στέκεται μπροστά σε πύλη κάστρου με κατεβασμένο το κιγκλίδωμα. Αλλά είναι ο τρόμος, ο τρόμος που πάντα φώλιαζε στα εσώτερα φύλλα της καρδιάς του, ένας σβόλος που χαμοπλάστηκε και επωάστηκε με ασφάλεια και που, αν δεν ξεχάστηκε, έμεινε τουλάχιστον κρυφός από τον κόσμο. Αλλά τώρα έσπασε τα δεσμά του και κατέλαβε όλη τη γη. Υπάρ- χει παντού γύρω του. Ο Σέτον καταπνίγει μια κραυγή και τρέχει σαν λαγός μακριά από τον άνεμο που μεταφέρει ντορό σκυλιών.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=