Βαλκανική τριλογία

OL I V I A MANN I NG 866 μπεντατ, μια μετριότητα που είχε προσλάβει από φιλευσπλαχνία, θα προσπαθούσε να τον διώξει από την Αθήνα. Και το εκπληκτικό ήταν ότι ο Ντιούμπεντατ βρισκόταν σε θέση να το κάνει. Δεν είχαν τίποτε άλλο να πουν. Ενόσω κουβέντιαζαν, ο ήλιος είχε δύσει. Ατενίζοντας τον μακρινό λόφο λουσμένο στα πλούσια χρώματα που άφηνε πίσω του το ηλιοβασίλεμα, της Χάριετ της φάνηκε πως έβλεπε κάτι μαγικό που, όπως συμβαίνει με το θέαμα από ένα τρένο που τρέχει με μεγάλη ταχύτητα, οι ίδιοι δεν μπορούσαν να το βιώσουν. Ώστε η Αθήνα δεν ήταν για εκείνους! Μα τι ήταν για εκείνους σε αυτόν τον αποδιοργανωμένο κόσμο; Πού θα μπορούσαν να βρουν ένα σπιτικό; Ο Ντιούμπεντατ είχε παρατηρήσει κι εκείνος το φως που άλλαζε. «Πωπώ!» είπε. «Πρέπει να φύγουμε. Τι κρίμα! Οποιαδήποτε άλλη βραδιά θα σας λέγαμε να μείνετε για φαγητό». «Είμαστε καλεσμένοι του ταγματάρχη Κούκσον» εξήγησε ο Τόμπι. «Είναι κάτι σανβασιλικήεντολή.Θέλει ναπηγαίνουνόλοι στηνώρατους». Οι Πρινγκλ δεν ρώτησαν ποιος ήταν ο ταγματάρχης Κούκσον. Δεν είχε σημασία. Δεν υπήρχε πιθανότητα να λάβουν τη βασιλική εντολή του. Ο Γκάι αποτέλειωσε την μπίρα του και έφυγαν ανταλλάσσοντας με το ζόρι δεύτερη κουβέντα. Τα φώτα άναβαν στα μαγαζάκια και στα καφέ της πλατείας Κολω­ νακίου. Ο Εθνικός Κήπος ήταν σκοτεινός. Κατά μήκος των πεζοδρο­ μίων φύτρωναν σκίνοι, με τα φίνα φυλλώματά τους να σχηματίζουν σκοτεινούς θυσάνους σαν καπνό. Μια μυρωδιά από τουρσί με άνηθο ερχόταν από τα μαγαζιά. «Στ’ αλήθεια θα τηλεγραφήσεις στο γραφείο του Λονδίνου;» ρώτη­ σε η Χάριετ. «Ναι». Η απόφασή του την ενόχλησε. Λόγω της ανασφάλειάς του, οι δρό­ μοι φάνταζαν εχθρικοί και άρχισε να βλέπει το Κάιρο ως καταφύγιο. « Ίσως να ’ναι καλύτερα να πάρουμε το επόμενο καράβι» παρατή­ ρησε. «Όχι» αποκρίθηκε ο Γκάι με αποφασιστικό ύφος. «Δεν θέλω να πάω στην Αίγυπτο. Υπάρχει δουλειά εδώ και σκοπεύω να μείνω».

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=