Πράκτορας δίχως άδεια 2: Η τελευταία στιγμή

[ 8 ] Από κάτω υπήρχαν μαγαζιά που πουλούσαν ρούχα, ηλε- κτρικά είδη, ακριβές τσάντες και έπιπλα. Κάτω από αυτά ήταν τα φαγάδικα. Εκεί, στον τελευταίο όροφο, βρίσκονταν τα πιο φτηνά καταστήματα: ένα μαγαζί με κόμικς, ένα μέρος που πουλούσε new age αποκρυφιστικά αγαλματίδια και τρά- πουλες με αγγέλους, ένα κουρείο για άντρες και το τατουα- τζίδικο. Ο άντρας που καθόταν υπομονετικά μπρoστά στον Κίερον φορούσε ένα κολλητό κοντομάνικο μπλουζάκι και είχε ένα πλούσιο μουστάκι, που ανέβαινε στα μάγουλά του για να ενωθεί με τις φαβορίτες του. Φορούσε επίσης ένα πέτσινο καουμπόικο καπέλο. Ένα τατουάζ, αποτελούμενο από μπλε και χρυσαφένια λέπια ψαριού, κάλυπτε το δεξί του χέρι, από τον καρπό μέχρι τον ώμο. Στο αριστερό του χέρι το τατουάζ ήταν ανολοκλήρωτο: μαύρες, καμπύλες γραμμές, που θα χρωματίζονταν σταδιακά στο μέλλον. Ο Κίερον έπιασε τον εαυτό του ν’ αναρωτιέται αν χτυπούσε τα τατουάζ του μόνος. Ήταν άραγε κάτι τέτοιο δυνατό ή πήγαινε σε κάποιο άλλο τατουατζίδικο – ή μήπως έβαζε τη γυναίκα στο ταμείο να του τα χτυπήσει; Και γιατί ήταν μισοτελειωμένο; Είχε ξεμείνει από μπλε και χρυσό μελάνι; «Λοιπόν» είπε ο άντρας, με την υπομονή του να λιγοστεύει «θα το κάνουμε ή όχι;». Ο Κίερον πάλεψε να σταματήσει τις ιλιγγιώδεις σκέψεις και την ταχυκαρδία του. «Ναι» είπε και αμέσως πρόσθεσε πιο δυνατά και με μεγαλύτερη έμφαση: «Ναι!». «Κι απλά για να ’μαι σίγουρος, είσαι όντως δεκαέξι , σωστά; Είμαι υποχρεωμένος να ρωτήσω. Δεν ανοίγουμε τρύπες για σκουλαρίκια σε κανέναν κάτω από δεκάξι».

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=