ι αγωνιστές του 1821 (Οι μεγάλοι... μικροί)

«Να ’ναι καλά τ’ αδέρφια μου, σαν να λέμε. Σήμερα δε χρειάζεται να πάμε να μάσουμε κάτι για φαγητό. Πρωί πρωί τα ξυπνοπούλια μας το έχουν έτοιμο» λέει χωρατεύοντας ο Θοδωρής. «Εγώ δεν τρώω ζωντανά σαλιγκάρια, όσο κι αν πει- νάω» μουρμουρίζει με αηδία ο αδερφός του ο Χρήστος και κάθεται μουτρωμένος καταγής. Ο Θοδωρής ξεσπάει σε γέλια. Το αβίαστο, δυνατό γέλιο του παρασέρνει και τη μάνα τους. «Αμ, κανονικά αυτό σας χρειαζόταν» λέει κι εκείνη, και σηκώνεται γελώντας από το στρώμα που είναι κα- ταγής. Πιάνει να πλέκει τα μαλλιά της σε κοτσίδα. «Μάνα, κι εγώ τα σιχάθηκα, ακόμα και βρασμένα… Όλο σαλιγκάρια τρώμε» μουρμουρίζει ο Γιάννος κλα- ψουρίζοντας, κι η Ελένη, η αδερφή τους, του κάνει νόη­ μα «σώπα». 12

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=