ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ 40 ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΑΝΤΙΤΥΠΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΩΣ
Η μάγισσα
Πρώτη έκδοση Σεπτέμβριος 2017 Πρώτη έκδοση στην παρούσα μορφή Απρίλιος 2026 Τίτλος πρωτοτύπου Camilla Läckberg, Häxan, Bokförlaget Forum, 2017 Σχεδιασμός εξωφύλλου Ρεντουάν Αμζλάν © 2017, Camilla Läckberg Κατόπιν συμφωνίας με το Nordin Agency ΑΒ, Σουηδία © 2017, 2022, Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (για την ελληνική γλώσσα) ISBN 978-618-03-4958-0 ΒOΗΘ. ΚΩΔ. ΜΗΧ/ΣΗΣ 84958 Κ.Ε.Π. 6725 Κ.Π. 23548 Δεν επιτρέπεται η με οποιονδήποτε τρόπο χρήση ή αναπαραγωγή ολόκληρου ή μέρους του βιβλίου με σκοπό την εκπαίδευση τεχνολογιών ή συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Το παρόν έργο προστατεύεται από τη διαδικασία εξόρυξης κειμένου και δεδομένων (Άρθρο 4(3) Οδηγία (ΕΕ) 2019/790). Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Nόμου (N. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή (ηλεκτρονική, μηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου. Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα, τηλ.: 211 3003500 metaixmio.gr • [email protected] Κεντρική διάθεση Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα, τηλ.: 210 3647433 Bιβλιοπωλεία ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ • Aσκληπιού 18, 106 80 Aθήνα, τηλ.: 210 3647433 • Πολυχώρος, Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003580, fax: 211 3003581 Αστυνομικό
Camilla Lackberg Η μάγισσα Μετάφραση από τα σουηδικά Γρηγόρης Κονδύλης
Οι σημειώσεις ανήκουν στον μεταφραστή του βιβλίου.
7 Ήταν αδύνατον να πεις τι ζωή είχε μπροστά του το κοριτσάκι. Ποια θα γινόταν. Τι δουλειά θα έκανε, ποιον θ’ αγαπούσε, αν θα πενθούσε, θα έχανε ή θα κέρδιζε. Αν θα αποκτούσε παιδιά και τι σόι άνθρωποι θα έβγαιναν. Ούτε καν να φανταστείς δεν μπορούσες πώς θα έμοιαζε ως ενήλικη. Στην ηλικία των τεσσάρων χρόνων τίποτα δεν ήταν ακόμη ολοκληρωμένο. Το χρώμα των ματιών της εναλλασσόταν μεταξύ γαλανού και πράσινου, τα μαλλιά της που ήταν σκούρα όταν γεννήθηκε είχαν τώρα ξανθύνει, αν και υπήρχε μια δόση κόκκινου εκεί ανάμεσα στο ξανθό, και το χρώμα μπορούσε κάλλιστα να αλλάξει ξανά. Ήταν πολύ δύσκολο να κατασταλάξεις κάπου τώρα. Ήταν πεσμένη μπρούμυτα με το πρόσωπο στραμμένο προς τον πυθμένα. Το πίσω μέρος του κεφαλιού καλυμμένο από παχύρρευστο, πηγμένο αίμα. Μόνον οι κοτσίδες που ξεκινούσαν από το πίσω τμήμα του κεφαλιού και επέπλεαν είχαν φωτεινότερες αποχρώσεις. Πάντως δεν θα έλεγες ότι σε αυτή τη σκηνή επικρατούσε αποτροπιαστική ατμόσφαιρα. Όχι περισσότερο αποτροπιαστική, εν πάση περιπτώσει, απ’ ό,τι αν δεν ήταν πεσμένη εκεί στο νερό. Οι θόρυβοι στο δάσος ίδιοι κι απαράλλακτοι, όπως πάντα. Το φως τρύπωνε ανάμεσα στα δέντρα και έπεφτε κατά λεπτές δέσμες, με τον ίδιο τρόπο που γινόταν πάντα όταν είχε ήλιο τέτοια ώρα της μέρας. Το νερό κινούνταν ήρεμα γύρω της και η επιφάνειά του ρυτιδωνόταν μόνον αν καμιά φορά προσγειωνόταν πάνω της κάποια λιβελούλα και προκαλούσε μικρούς δακτυλιοειδείς κυματισμούς. Η μεταμόρφωση είχε αρχίσει και οσονούπω θα γινόταν κι αυτή ένα με το δάσος και το νερό. Αν δεν την έβρισκε κανείς, η φύση θα ακολουθούσε την πορεία της και θα την έκανε δική της. Προσώρας δεν ήξερε κανένας ότι είχε χαθεί.
8 «Πιστεύεις ότι η μητέρα σου πρέπει να φοράει λευκό φόρεμα;» ρώτησε η Ερίκα και στράφηκε προς τη μεριά του Πάτρικ στο διπλό κρεβάτι. «Χα, χα, πολύ αστείο, πραγματικά» έκανε εκείνος. Η Ερίκα γέλασε και τον σκούντησε στο πλευρό. «Μα πώς μπορείς να το παίρνεις τόσο βαριά που παντρεύεται η μητέρα σου; Ο πατέρας σου έχει ξαναπαντρευτεί εδώ και πάρα πολύ καιρό – πού είναι το περίεργο;» «Ξέρω ότι το σκέφτομαι χαζά» έκανε ο Πάτρικ και κούνησε το κεφάλι, ενώ κατέβασε τα πόδια του από την άκρη του κρεβατιού κι έπιασε να φοράει τις κάλτσες του. «Ο Γκούναρ μού αρέσει και πιστεύω ότι είναι καλό που η μητέρα δεν θα είναι μόνη της…» Σηκώθηκε και φόρεσε το μπλουτζίν του. «Μάλλον το θεωρώ λίγο παράξενο. Η μητέρα είναι μόνη από τότε που τη θυμάμαι και, αν θελήσει κανείς να το αναλύσει σχολαστικά, προφανώς έχει να κάνει με τη σχέση μητέραςγιου αυτό που μου τριβελίζει το μυαλό. Να, νομίζω ότι μου φαίνεται… παράξενο… ότι η μαμά θα έχει… μια κοινή ζωή με μόνιμο σύντροφο». «Εννοείς ότι σε ξενίζει το γεγονός ότι αυτή και ο Γκούναρ θα έχουν κοινή σεξουαλική ζωή;» Ο Πάτρικ έφερε τα χέρια του στα αυτιά. «Σταμάτα!» Η Ερίκα τού πέταξε ένα μαξιλάρι γελώντας ταυτόχρονα. Το μαξιλάρι επέστρεψε μεμιάς και έπειτα ξέσπασε κανονικός πόλεμος. Ο Πάτρικ όρμησε πάνω της στο κρεβάτι, αλλά η πάλη εξελίχθηκε σύντομα σε χαϊδολογήματα και βαριές ανάσες. Τα χέρια της πήγαν στα κουμπιά του τζιν του και ξεκούμπωσαν το πρώτο.
9 Η ΜΑΓΙΣΣΑ «Τι κάνετε;» Η λεπτή φωνή της Μάγιας τούς έκανε να σταματήσουν και να στραφούν προς το άνοιγμα της πόρτας. Δεν ήταν μόνον η Μάγια που στεκόταν εκεί, ήταν και τα δύο δίδυμα αδελφάκια της, ένα σε κάθε πλευρά της, τα οποία περιεργάζονταν χαρωπά τους γονείς τους στο κρεβάτι. «Γαργαλιόμασταν λίγο» είπε ο Πάτρικ με κομμένη την ανάσα και σηκώθηκε. «Πρέπει να φροντίσεις αυτόν εκεί τον σύρτη στην πόρτα τώρα!» έκανε σφυριχτά η Ερίκα και τράβηξε το πάπλωμα που την είχε αφήσει εκτεθειμένη από τη μέση και πάνω. Ανακάθισε και κατάφερε να χαμογελάσει στα παιδιά. «Πηγαίνετε κάτω και βγάλτε τα πράγματα για το πρωινό, ερχόμαστε κι εμείς». Ο Πάτρικ είχε προλάβει να φορέσει και τα υπόλοιπα ρούχα και έσπρωξε απαλά τα παιδιά μπροστά. «Κι αν δεν μπορείς να βιδώσεις τον σύρτη μόνος σου, μπορείς κάλλιστα να παρακαλέσεις τον Γκούναρ να το κάνει. Φαίνεται να είναι πάντα έτοιμος με την εργαλειοθήκη του. Εκτός βέβαια κι αν είναι απασχολημένος με τη μαμά σου…» «Άσ’ το το θέμα» έκανε γελώντας ο Πάτρικ και βγήκε από την κρεβατοκάμαρα. Με ένα χαμόγελο στα χείλη η Ερίκα ξάπλωσε πάλι. Μπορούσε να χουζουρέψει λίγο μέχρι να ξανασηκωθεί. Δεν είχε συγκεκριμένα ωράρια, ένα από τα οφέλη τού να είσαι εργοδότης του εαυτού σου, κάτι που ταυτόχρονα μπορούσε να θεωρηθεί και μειονέκτημα. Το συγγραφιλίκι απαιτούσε χαρακτήρα και αυτοπειθαρχία, ενώ καμιά φορά ένιωθε λίγη μοναξιά. Μολαταύτα αγαπούσε τη δουλειά της, λάτρευε να γράφει, να δίνει ζωή στα ανθρώπινα πεπρωμένα που επέλεγε να παρουσιάσει, να ψάχνει και να ερευνά και να προσπαθεί να ανακαλύψει τι είχε πραγματικά συμβεί και γιατί. Την υπόθεση που δούλευε
10 CAMILLA LACKBERG αυτή την εποχή την είχε πολύ καιρό στον νου της. Αφορούσε τη μικρή Στέλλα που είχε απαχθεί και δολοφονηθεί από τη Χέλεν Πέρσον και τη Μαρί Βαλ, και την είχε επηρεάσει πολύ, όπως ακόμη επηρέαζε και όλους τους κατοίκους της Φιελμπάκα. Τώρα η Μαρί Βαλ είχε επιστρέψει. Η διάσημη σταρ του Χόλιγουντ ήταν στη Φιελμπάκα για να παίξει σε μια ταινία για την Ίνγκριντ Μπέργκμαν. Η κοινωνία της μικρής πόλης βούιζε από τις φήμες. Όλοι γνώριζαν ένα από τα δυο κορίτσια, ή τις οικογένειές τους, και όλοι είχαν συγκλονιστεί εκείνο το απόγευμα του Ιουλίου του 1985 όταν βρέθηκε το πτώμα της Στέλλας στη λιμνούλα. Η Ερίκα γύρισε στο πλάι και αναρωτήθηκε αν ο ήλιος ήταν τόσο ζεστός τότε όσο και σήμερα. Όταν θα ερχόταν τελικά η ώρα να κάνει εκείνα τα λίγα μέτρα από το χολ ως το γραφείο της, θα το έλεγχε κι αυτό. Αλλά προς το παρόν αποφάσισε να περιμένει λίγο ακόμα. Έκλεισε τα μάτια της και αποκοιμήθηκε νανουρισμένη από τον ήχο των φωνών του Πάτρικ και των παιδιών τους που ήταν στην κουζίνα έναν όροφο πιο κάτω. Η Χέλεν έσκυψε μπροστά και άφησε το βλέμμα της να ταξιδέψει. Στηρίχτηκε στα γόνατα με τα ιδρωμένα χέρια της. Προσωπικό ρεκόρ σήμερα, παρόλο που είχε τρέξει πιο αργά από το συνηθισμένο. Η θάλασσα απλωνόταν γαλάζια και καθαρή μπροστά της, αλλά μέσα της μαινόταν μια θύελλα. Tεντώθηκε και αγκάλιασε τον κορμό της με τα χέρια, δεν μπορούσε να σταματήσει να τρέμει. «Κάποιος πέρασε πάνω από τον τάφο μου μόλις τώρα» συνήθιζε να λέει η μητέρα της. Και ίσως να υπήρχε κάποια αλήθεια σε αυτό. Όχι ότι κάποιος περνούσε πάνω από τον δικό της τάφο. Αλλά πάνω από έναν τάφο. Ο χρόνος είχε ρίξει το πέπλο του σε αυτό που είχε υπάρξει, οι εικόνες της μνήμης ήταν θολές. Αυτό που θυμόταν ήταν οι φωνές,
11 Η ΜΑΓΙΣΣΑ αυτές που ήθελαν να μάθουν ακριβώς τι είχε συμβεί. Έλεγαν και ξανάλεγαν τα ίδια μέχρι που ούτε και η ίδια δεν μπορούσε να καταλάβει ποια ήταν η δική τους αλήθεια και ποια η δική της. Τότε θεωρούσε αδύνατη την επιστροφή της εδώ, το να φτιάξει μια ζωή εδώ. Αλλά οι ψίθυροι και οι φωνές με τα χρόνια εξασθένισαν, έγιναν ένα χαμηλόφωνο μουρμουρητό και στο τέλος σταμάτησαν εντελώς. Και τότε ένιωσε ότι ήταν ξανά ένα αυτονόητο κομμάτι της ζωής. Όμως τώρα οι κουβέντες θα άρχιζαν ξανά. Θα τα ξανάπιαναν όλα από την αρχή. Και όπως τόσο συχνά συνέβαινε στη ζωή τα συμβάντα συνέπιπταν. Δεν είχε κοιμηθεί εδώ και εβδομάδες από τότε που είχε πάρει το γράμμα από την Ερίκα Φαλκ, με το οποίο της εξηγούσε ότι είχε αρχίσει να γράφει ένα βιβλίο και θα ήθελε πολύ να τη συναντήσει. Υποχρεώθηκε να ανανεώσει τη συνταγή των χαπιών που είχε σταματήσει να παίρνει εδώ και χρόνια. Χωρίς αυτά δεν θα μπορούσε να αντέξει το επόμενο μαντάτο: η Μαρί είχε επιστρέψει. Είχαν περάσει τριάντα χρόνια. Ήρεμα, και χωρίς φασαρία, αυτή και ο Τζέιμς είχαν ζήσει τη ζωή τους, και η Χέλεν ήξερε ότι αυτό ήθελε ο Τζέιμς. Στο τέλος θα σταματήσουν να μιλάνε, της είχε πει. Και είχε δίκιο. Οι σκοτεινές στιγμές τους περνούσαν γρήγορα, αρκεί να φρόντιζε να κυλούν όλα όπως έπρεπε. Είχε καταφέρει να κρατήσει τις αναμνήσεις θαμμένες. Μέχρι τώρα. Οι εικόνες άστραψαν στο μυαλό της. Το πρόσωπο της Μαρί ήταν τόσο καθαρό μπροστά της. Όπως και το χαρούμενο χαμόγελο της Στέλλας. Η Χέλεν έστρεψε το βλέμμα της ξανά προς τη θάλασσα, προσπάθησε να παρακολουθήσει τα ελάχιστα κύματα. Αλλά οι εικόνες δεν έλεγαν να φύγουν με τίποτα. Η Μαρί είχε επιστρέψει, και μαζί της η καταστροφή. ***
12 CAMILLA LACKBERG «Συγγνώμη, ξέρετε πού είναι η τουαλέτα;» Ο Στούρε από την εκκλησία κοίταξε ενθαρρυντικά τον Καρίμ και τους άλλους που είχαν έρθει για το μάθημα των σουηδικών στον καταυλισμό προσφύγων του Τανουμσχέντε. Όλοι επανέλαβαν τη φράση όσο καλύτερα μπορούσαν. «Συγγνώμη, ξέρετε πού είναι η τουαλέτα;» «Πόσο κοστίζει ένα τέτοιο;» συνέχισε ο Στούρε. Ξανά όλοι εν χορώ. «Πόσο κοστίζει ένα τέτοιο;» Ο Καρίμ πάσχιζε να ταιριάξει τους φθόγγους που παρήγε ο Στούρε δίπλα στον πίνακα με το κείμενο που είχε μπροστά του. Όλα ήταν τόσο διαφορετικά: τα γράμματα που έπρεπε να μάθουν, οι φθόγγοι που έπρεπε να σχηματίσουν. Κοίταξε γύρω του στο δωμάτιο και είδε μια γενναία ομάδα έξι ατόμων. Οι άλλοι ήταν είτε έξω στον ήλιο και έπαιζαν μπάλα ή ήταν ξαπλωμένοι μέσα στα προκάτ οικήματα. Απ’ τους τελευταίους κάποιοι προσπαθούσαν να κοιμηθούν για να βγάλουν πέρα τη μέρα και να αποδιώξουν τις μνήμες, ενώ άλλοι έστελναν μέιλ σε φίλους και συγγενείς που είχαν απομείνει πίσω και μπορούσαν ακόμη να είναι σε επαφή μαζί τους ή σέρφαραν στις ειδησεογραφικές σελίδες του διαδικτύου. Όχι πως υπήρχαν τόσο πολλές πληροφορίες. Η κυβέρνηση απλώς διέδιδε την προπαγάνδα της και τα πρακτορεία ειδήσεων ανά τον κόσμο δυσκολεύονταν να στείλουν εκεί τους ανταποκριτές τους. Ο Καρίμ ήταν και αυτός δημοσιογράφος στην παλιά ζωή του και κατανοούσε πόσο δύσκολο ήταν να βγάλει κανείς σωστά και ενημερωμένα ρεπορτάζ από μια χώρα σε πόλεμο, η οποία ήταν τόσο κατεστραμμένη μέσα και έξω όσο η Συρία. «Ευχαριστούμε που μας καλέσατε στο σπίτι σας». Ο Καρίμ ρουθούνισε. Ήταν μια φράση που δεν θα του χρησίμευε ποτέ. Αν υπήρχε κάτι που είχε μάθει αμέσως ήταν ότι οι Σουηδοί ήταν επιφυλακτικοί. Οι ίδιοι δεν είχαν καμία επα-
13 Η ΜΑΓΙΣΣΑ φή με Σουηδούς, εκτός από τον Στούρε και όσους εργάζονταν στον καταυλισμό προσφύγων. Ήταν σαν να είχαν έρθει σε μια μικρή χώρα εντός μιας άλλης μεγάλης, απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο. Παρέα έκαναν μόνο μεταξύ τους. Και με τις αναμνήσεις από τη Συρία. Τις καλές και, πάνω απ’ όλα, τις άσχημες αναμνήσεις. Αυτές που πολλοί ξαναζούσαν επανειλημμένα. Ο Καρίμ προσπαθούσε να τα απωθεί όλα αυτά. Τον πόλεμο που είχε γίνει καθημερινότητα. Το μακρύ ταξίδι στη χώρα της επαγγελίας στον Βορρά. Τα είχε καταφέρει. Τόσο αυτός όσο και η αγαπημένη του Αμίνα, όπως και τα μικρά τους στολίδια, ο Χάσαν και η Σαμία. Αυτά τα πρόσωπα μετρούσαν. Είχε καταφέρει να τους οδηγήσει στην ασφάλεια, να τους δώσει μια δυνατότητα για το μέλλον. Τα κορμιά που επέπλεαν στο νερό στριμώχνονταν στα όνειρά του, αλλά όταν άνοιγε τα μάτια του εξαφανίζονταν. Αυτός και η οικογένειά του ήταν εδώ. Στη Σουηδία. Τίποτ’ άλλο δεν είχε σημασία. «Πώς το λέει κανείς όταν κάνει σεξ με κάποιον;» Ο Αντνάν γέλασε με τα λόγια του. Αυτός και ο Χαλίλ ήταν οι νεότεροι εδώ μέσα. Κάθονταν ο ένας δίπλα στον άλλον και συναγωνίζονταν στ’ αστεία. «Δείξτε σεβασμό» είπε ο Καρίμ στα αραβικά και τους αγριοκοίταξε. Ανασήκωσε απολογητικά τους ώμους του στον Στούρε, ο οποίος κούνησε ελαφρά το κεφάλι. Ο Χαλίλ και ο Αντνάν είχαν έρθει εδώ μόνοι τους, χωρίς οικογένεια, χωρίς φίλους. Κατάφεραν να φύγουν από το Χαλέπι πριν τα πράγματα γίνουν πολύ επικίνδυνα και η φυγή αδύνατη. Φυγή ή παραμονή. Και οι δύο ενέργειες ήταν επικίνδυνες. Ο Καρίμ δεν μπορούσε να εξοργιστεί μαζί τους παρά την προφανή έλλειψη σεβασμού που έδειχναν. Ήταν παιδιά. Φοβισμένα και μόνα σε μια ξένη χώρα. Η θρασύτητα ήταν το
14 CAMILLA LACKBERG μόνο που τους είχε απομείνει. Όλα ήταν ξένα γι’ αυτούς. Ο Καρίμ τούς μιλούσε λίγο μετά τα μαθήματα. Οι οικογένειές τους είχαν συγκεντρώσει ό,τι είχαν και δεν είχαν από χρήματα για να τους δώσουν τη δυνατότητα να φτάσουν εδώ. Αυτά τα παιδιά κουβαλούσαν μεγάλα βάρη στους ώμους τους. Δεν βρέθηκαν απλώς σε μια ξένη και άγνωστη χώρα, αλλά απαιτούνταν από αυτά να δημιουργήσουν εδώ, το συντομότερο δυνατόν, μια καλή ζωή ώστε να μπορέσουν να σώσουν τις οικογένειές τους από τον πόλεμο. Αλλά ακόμα κι αν τους καταλάβαινε δεν θεωρούσε αποδεκτή την έλλειψη σεβασμού που έδειχναν στη νέα τους πατρίδα. Όσο φοβισμένοι κι αν ήταν, οι Σουηδοί τούς καλωσόρισαν στη χώρα τους. Τους πρόσφεραν στέγη και φαγητό. Και ο Στούρε ερχόταν στον ελεύθερο χρόνο του και πάλευε να τους μάθει να ρωτούν πόσο κόστιζαν τα πράγματα και πού ήταν η τουαλέτα. Ο Καρίμ μπορεί να μην καταλάβαινε τους Σουηδούς, αλλά θα τους ήταν αιωνίως ευγνώμων για όσα είχαν κάνει για την οικογένειά του. Δεν συμμερίζονταν όλοι την άποψή του, και όσοι δεν σέβονταν τη νέα πατρίδα τους κατέστρεφαν τις προοπτικές των άλλων και έκαναν τους Σουηδούς να τους βλέπουν με μισό μάτι. «Τι ωραίο καιρό που έχει σήμερα» είπε ο Στούρε καθαρά μπροστά στον πίνακα. «Τι ωραίο καιρό που έχει σήμερα» επανέλαβε ο Καρίμ και χαμογέλασε στον Στούρε. Έπειτα από δύο μήνες στη Σουηδία κατανοούσε την ευγνωμοσύνη και τη χαρά των Σουηδών όταν είχε καλό καιρό και λιακάδα. Η λέξη χουιτβέντερ* ήταν μία από τις πρώτες που είχε μάθει στα σουηδικά. Αν και η προφορά της λέξης τον δυσκόλευε ακόμη. *** * Σκατόκαιρος.
15 Η ΜΑΓΙΣΣΑ «Πόσο σεξ νομίζεις ότι κάνει κάποιος σε αυτή την ηλικία;» έκανε η Ερίκα και ήπιε μια γουλιά από το αφρώδες κρασί της. Το γέλιο της Άννας έκανε τους άλλους θαμώνες του Καφέ Μπρίγκαν να γυρίσουν και να τις κοιτάξουν. «Σοβαρά μιλάς τώρα; Τέτοια τριγυρίζεις και σκέφτεσαι; Πόσες φορές κάνει σεξ η μαμά του Πάτρικ;» «Ναι, αν και το σκέφτομαι από μια κάπως ευρύτερη προοπτική» είπε η Ερίκα τρώγοντας άλλη μια κουταλιά από τη σούπα θαλασσινών. «Πόσα χρόνια έχει κάποιος μια καλή ερωτική ζωή; Χάνει κανείς το ενδιαφέρον κάπου στην πορεία; Αντικαθίσταται η ερωτική επιθυμία από ένα ακατανίκητο πάθος να λύνεις σταυρόλεξα ή σουντόκου και να τρως καραμέλες και γλυκά ή είναι μόνιμη;» «Λοιπόν…» Η Άννα κούνησε το κεφάλι και έγειρε πίσω στην καρέκλα σε μια προσπάθεια να βρει μια βολική στάση. Η Ερίκα ένιωθε έναν κόμπο στο στομάχι όταν την έβλεπε. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το αυτοκινητιστικό ατύχημα που κατέληξε στο να χάσει η Άννα το παιδί που περίμενε. Οι ουλές στο πρόσωπό της θα έμεναν για πάντα εκεί. Αλλά τώρα θα γεννούσε τον καρπό του έρωτά της με τον Νταν. Η ζωή μπορούσε πράγματι να σε εκπλήσσει. «Πιστεύεις, για παράδειγμα, ότι…» «Αν ετοιμάζεσαι να πεις “η μαμά και ο μπαμπάς”, θα σηκωθώ και θα φύγω από εδώ» είπε η Άννα και σήκωσε ψηλά το χέρι της. «Ούτε να το σκεφτώ δεν θέλω». Η Ερίκα χαμογέλασε σαρδόνια. «Εντάξει, δεν θα φέρω ως παράδειγμα τη μαμά και τον μπαμπά, αλλά πόσο συχνά νομίζεις ότι κάνουν σεξ η Κριστίνα και ο Μπομπ ο Μάστορας;» «Ερίκα!» Η Άννα έκρυψε το πρόσωπο στις παλάμες της και κούνησε ξανά το κεφάλι. «Πρέπει να σταματήσετε να αποκα-
16 CAMILLA LACKBERG λείτε τον κακόμοιρο τον Γκούναρ Μπομπ Μάστορα μόνο και μόνο επειδή είναι εξυπηρετικός και πιάνουν τα χέρια του». «Εντάξει, ας μιλήσουμε τότε για τον γάμο. Κλήθηκες κι εσύ να πεις τη γνώμη σου για το φόρεμα; Δεν μπορεί να είμαι μόνο εγώ που θα εκφέρω άποψη και θα πρέπει να μη γελάω όταν μου δείχνει το ένα κατινίστικο φόρεμα μετά το άλλο». «Όχι, με ρώτησε κι εμένα» είπε η Άννα και προσπάθησε να γείρει μπροστά για να φάει το ανοιχτό σάντουιτς με τις γαρίδες. «Βάλε το σάντουιτς πάνω στην κοιλιά σου, καλύτερα θα ’ναι» πρότεινε η Ερίκα με ένα χαμόγελο και αμείφτηκε με μια άγρια ματιά από την Άννα. Όσο πολύ κι αν λαχταρούσαν ο Νταν και η Άννα αυτό το μωρό, δεν ήταν διόλου ευχάριστο να είσαι έγκυος μες στην καλοκαιριάτικη ζέστη, εκτός του ότι η κοιλιά της Άννας ήταν γιγαντιαίων διαστάσεων τουλάχιστον. «Δεν μπορούμε να προσπαθήσουμε να το κανονίσουμε κάπως αυτό το θέμα; Η Κριστίνα έχει ωραίο κορμί, λεπτότερη μέση και ωραιότερο στήθος από το δικό μου, απλώς δεν τολμάει ποτέ να το δείξει λίγο. Σκέψου πόσο θα της πήγαινε ένα δαντελένιο φόρεμα με διακριτικό ντεκολτέ;» «Εμένα άσε με έξω αν θέλεις να επιχειρήσεις κάποιου είδους παρέμβαση στην Κριστίνα» είπε η Άννα. «Εγώ θα της πω ότι δείχνει πολύ όμορφη ό,τι κι αν φορέσει». «Είσαι κότα». «Εσύ ασχολήσου με τη δική σου πεθερά κι εγώ με τη δική μου». Η Άννα έβαλε μια μπουκιά σάντουιτς στο στόμα της και φάνηκε να το απολαμβάνει. «Ναι, επειδή η Έστερ είναι τρομερά δύσκολο άτομο» είπε η Ερίκα και έφερε στο μυαλό της την καλοσυνάτη μητέρα του Νταν, η οποία ποτέ της δεν έκρινε τους άλλους ούτε διαφωνούσε με κανέναν.
17 Η ΜΑΓΙΣΣΑ Αυτό η Ερίκα το ήξερε από προσωπική εμπειρία, από εκείνη τη μακρινή εποχή που ήταν μαζί με τον Νταν. «Εντάξει, δίκιο έχεις, είμαι τυχερή που έχω τέτοια πεθερά» έκανε η Άννα και μετά έβρισε μόλις της έπεσε ένα κομμάτι από το σάντουιτς με τις γαρίδες πάνω στην κοιλιά της. «Έλα, μη δίνεις σημασία, κανένας δεν κοιτάζει την κοιλιά σου μ’ αυτά τα τεράστια μπαζούκας» είπε η Ερίκα και έδειξε τα στήθη της Άννας. «Α, σκάσε πια!» Η Άννα καθάρισε όσο καλύτερα μπορούσε τη μαγιονέζα από το φόρεμα. Η Ερίκα έγειρε μπροστά, κράτησε το πρόσωπο της μικρής της αδελφής στις παλάμες της και τη φίλησε στο μάγουλο. «Τι ήταν αυτό τώρα;» έκανε έκπληκτη η Άννα. «Σε λατρεύω» είπε η Ερίκα απλώς και σήκωσε το ποτήρι της. «Στην υγειά μας, Άννα. Στη δική σου, στη δική μου και στης τρελής οικογένειάς μας. Για όλα όσα περάσαμε, για όσα ζήσαμε και επειδή δεν έχουμε πια μυστικά μεταξύ μας». Η Άννα ανοιγόκλεισε τα μάτια μερικές φορές και έπειτα σήκωσε το ποτήρι της με την κόκα κόλα και τσούγκρισε με την Ερίκα. «Σ’ εμάς». Για μια στιγμή η Ερίκα νόμισε πως είδε κάτι σκοτεινό στο βλέμμα της Άννας, αλλά έπειτα από ένα δευτερόλεπτο είχε χαθεί. Μάλλον είχε κάνει λάθος. Η Σάνα έσκυψε πάνω από την πασχαλιά και ρούφηξε το άρωμά της. Δεν την ηρέμησε όπως γινόταν συνήθως. Οι πελάτες κινούνταν γύρω της, σήκωναν γλάστρες και έβαζαν σακιά με χώμα σε καροτσάκια, αλλά εκείνη δεν τους πρόσεχε ιδιαίτερα. Το μόνο που έβλεπε μπροστά της ήταν το ψεύτικο χαμόγελο της Μαρί Βαλ.
18 CAMILLA LACKBERG Δεν μπορούσε να χωνέψει ότι η Μαρί είχε επιστρέψει. Έπειτα από τόσα χρόνια. Λες και δεν της έφτανε που συναντούσε τη Χέλεν στο χωριό και αναγκαζόταν να τη χαιρετάει. Είχε αποδεχτεί το γεγονός ότι η Χέλεν ζούσε εκεί κοντά, ότι ανά πάσα στιγμή μπορούσε να πέσει πάνω της. Τότε ήταν που έβλεπε την ενοχή στο βλέμμα της Χέλεν, την ενοχή που την κατέτρωγε όλο και περισσότερο καθώς περνούσαν τα χρόνια. Αλλά η Μαρί δεν είχε δείξει ποτέ της μεταμέλεια, το χαμογελαστό πρόσωπό της πόζαρε σε όλα τα περιοδικά. Και τώρα είχε επιστρέψει. Η δόλια και πλανεύτρα, η όμορφη και γελαστή Μαρί. Ήταν συμμαθήτριες στο σχολείο και όταν η Σάνα κρυφοκοιτούσε, με ζήλια, τις μακριές βλεφαρίδες της Μαρί και τα μακριά ξανθά μαλλιά που έφταναν μέχρι τη μέση, είχε διακρίνει ταυτόχρονα και το σκοτάδι μέσα της. Ευτυχώς που οι γονείς της Σάνα δεν πρόλαβαν να δουν τη Μαρί χαμογελαστή στο χωριό. Η Σάνα ήταν δεκατριών χρόνων όταν η μητέρα της πέθανε από καρκίνο στο συκώτι και δεκαπέντε όταν πέθανε και ο πατέρας της. Οι γιατροί δεν μπόρεσαν ποτέ να συμφωνήσουν για την αιτία του θανάτου του. Αλλά η Σάνα ήξερε τι είχε συμβεί. Ο πατέρας είχε πεθάνει από την πολλή θλίψη. Κούνησε το κεφάλι και ένιωσε αμέσως τον πονοκέφαλο. Την είχαν αναγκάσει να μετακομίσει στη θεία της τη Λιν, όμως ποτέ της δεν ένιωσε σαν στο σπίτι της εκεί. Τα παιδιά της Λιν και του θείου Πολ ήταν πολύ μικρότερα από τη Σάνα, και δεν ήξεραν τι να κάνουν με μια ορφανή έφηβη. Ποτέ τους δεν της φέρθηκαν άσχημα ή ανόητα, έκαναν μάλιστα ό,τι καλύτερο μπορούσαν, ωστόσο παρέμειναν ξένοι για τη Σάνα. Είχε επιλέξει ένα Επαγγελματικό Λυκείο με κατεύθυνση τους Φυσικούς Πόρους αρκετά μακριά από εκεί και μετά την αποφοίτησή της έπιασε αμέσως δουλειά. Από τότε και μετά ζούσε μόνο για τη δουλειά της. Είχε εκείνο το μικρό φυτώριο λίγο έξω
19 Η ΜΑΓΙΣΣΑ από τη Φιελμπάκα, δεν έβγαζε πολλά, αλλά ήταν αρκετά για να ζει η ίδια και η κόρη της. Δεν χρειαζόταν περισσότερα. Οι γονείς της μετατράπηκαν σε ζωντανούς νεκρούς όταν η Στέλλα βρέθηκε δολοφονημένη, και κατά κάποιον τρόπο τούς καταλάβαινε. Ορισμένοι άνθρωποι γεννιούνται με ισχυρότερο φως απ’ ό,τι άλλοι και η Στέλλα ανήκε στους πρώτους. Πάντα χαρούμενη, πάντα ευγενική, πάντα όλο φιλιά και αγκαλιές, που τα μοίραζε σε όλους στον περίγυρό της. Αν η Σάνα μπορούσε να είχε πάρει τη θέση της Στέλλας εκείνο το ζεστό καλοκαιριάτικο πρωινό, θα το είχε κάνει. Αλλά τη Στέλλα είχαν βρει να επιπλέει στη λιμνούλα. Έπειτα από αυτό δεν υπήρχε τίποτα πια. «Συγγνώμη, υπάρχει κάποιο είδος τριαντάφυλλου που χρειάζεται λιγότερη φροντίδα από άλλα είδη;» Η Σάνα ξαφνιάστηκε και κοίταξε τη γυναίκα που την είχε πλησιάσει χωρίς να την πάρει χαμπάρι. Η γυναίκα χαμογελούσε στη Σάνα και το ρυτιδωμένο πρόσωπό της τεντώθηκε και φάνηκε πιο λείο. «Λατρεύω τα τριαντάφυλλα, αλλά δυστυχώς δεν τα καταφέρνω τόσο καλά με τα φυτά». «Έχει κάποια σημασία για σένα το χρώμα;» τη ρώτησε η Σάνα. Ήταν ειδική στο να βοηθάει ανθρώπους να βρίσκουν τα φυτά που τους ταίριαζαν. Ορισμένοι ταίριαζαν καλύτερα με λουλούδια που ήθελαν πολλή φροντίδα και προσοχή. Μπορούσαν να κάνουν μια ορχιδέα να αναπτυχθεί και να ανθίσει και να περάσουν μαζί πολλά ευτυχισμένα χρόνια. Άλλοι μόλις και μετά βίας μπορούσαν να φροντίζουν τον εαυτό τους και γι’ αυτό χρειάζονταν ανθεκτικά, δυνατά φυτά. Όχι απαραίτητα κάκτους, αυτούς η Σάνα τούς φυλούσε για τις δυσκολότερες περιπτώσεις πελατών, αλλά μπορούσε, για παράδειγμα, να προτείνει έναν κρίνο της ειρήνης ή ένα φιλόδεντρο. Και ήταν
20 CAMILLA LACKBERG πραγματικά περήφανη που μπορούσε να παντρέψει το σωστό φυτό με τον σωστό τύπο ανθρώπου. «Ροζ» έκανε με ονειροπόλο βλέμμα η κυρία. «Λατρεύω το ροζ». «Ξέρεις κάτι, έχω την τέλεια τριανταφυλλιά για σένα. Τη λένε πιμπινελλόφυλλο. Το σημαντικότερο είναι να προσέξεις λίγο παραπάνω όταν θα τη φυτέψεις. Σκάβεις έναν βαθύ λάκκο και ρίχνεις μπόλικο νερό. Λίγη κοπριά –θα σου δώσω το σωστό είδος–, και μετά τη φυτεύεις. Γεμίζεις την τρύπα με χώμα και ποτίζεις ξανά. Είναι πολύ σημαντικό το πότισμα στην αρχή όταν οι ρίζες πιάνουν στο χώμα. Έπειτα χρειάζεται μόνο συντήρηση για να μην ξεραθεί. Και μπορείς να την κλαδεύεις λίγο κάθε χρόνο, στις αρχές της άνοιξης – λένε ότι πρέπει να το κάνεις όταν οι σημύδες αποκτούν “αυτιά ποντικού”». Η γυναίκα κοιτούσε σαν ερωτοχτυπημένη τη θαμνώδη τριανταφυλλιά που είχε βάλει η Σάνα στο καροτσάκι της. Η Σάνα την καταλάβαινε. Οι τριανταφυλλιές είχαν κάτι ιδιαίτερο. Συχνά σύγκρινε ανθρώπους με λουλούδια. Αν η Στέλλα ήταν λουλούδι, θα ήταν οπωσδήποτε τριαντάφυλλο. Ένα γαλλικό τριαντάφυλλο. Όμορφο, μαγευτικό, με πολλά στρώματα πετάλων. Η γυναίκα ξερόβηξε. «Όλα εντάξει;» ρώτησε. Η Σάνα κούνησε το κεφάλι, συνειδητοποίησε ότι είχε χαθεί για άλλη μια φορά στις αναμνήσεις της. «Όλα είναι μια χαρά, λίγο κουρασμένη είμαι μόνο. Είναι και η ζέστη…» Η γυναίκα κούνησε καταφατικά το κεφάλι με την αόριστη απάντηση της Σάνα. Όχι, δεν ήταν μια χαρά. Το κακό είχε επιστρέψει. Η Σάνα το ένιωθε το ίδιο έντονα όπως ένιωθε την ευωδιά των τριανταφυλλιών. ***
21 Η ΜΑΓΙΣΣΑ Διακοπές με παιδιά μόνο διακοπές δεν τις λες, σκέφτηκε ο Πάτρικ. Ήταν ένας παράξενος συνδυασμός από κάτι εντελώς υπέροχο και απολύτως κουραστικό. Ειδικά τώρα που είχε και τα τρία, ενώ η Ερίκα έτρωγε μεσημεριανό με την Άννα. Και σαν να ήταν πρωτάρης, τα πήρε και πήγαν κάτω στην παραλία επειδή είχαν αρχίσει να αφηνιάζουν μέσα στο σπίτι. Ήταν ευκολότερο να τα καταφέρει να μην τσακώνονται όταν τα απασχολούσε με κάτι, είχε ξεχάσει όμως ότι κάτω στην παραλία όλα ήταν δυσκολότερα. Πρώτον έπρεπε να τα προσέχει μην πέσουν και πνιγούν. Το σπίτι τους ήταν στο Σέλβικ, ακριβώς πάνω από την πλαζ, και πολλές φορές ξυπνούσε λουσμένος στον κρύο ιδρώτα επειδή είχε ονειρευτεί πως κάποιο από τα παιδιά το είχε σκάσει και είχε καταλήξει κάτω στη θάλασσα. Έπειτα ήταν η άμμος. Ο Νούελ και ο Άντον το ’χαν κάνει συνήθεια να πετούν άμμο στα άλλα παιδάκια, κάτι που έκανε τους γονείς τους να αγριοκοιτάζουν τον Πάτρικ και, επίσης, για κάποιον άγνωστο λόγο, τα δίδυμα λάτρευαν να βάζουν άμμο στο στόμα τους. Και καλά η άμμος, ο Πάτρικ όμως ανατρίχιαζε στη σκέψη ότι έβαζαν στο στοματάκι τους και άλλα αηδιαστικά πράγματα που υπήρχαν στην αμμουδιά. Μια φορά είχε αρπάξει ένα αποτσίγαρο από το χεράκι του Άντον, και σίγουρα ήταν θέμα χρόνου να πιάσουν και κάνα κομμάτι γυαλί. Ή κάνα φακελάκι με ταμπάκο. Ευτυχώς ήταν και η Μάγια. Ο Πάτρικ ένιωθε ενοχές που η κορούλα του αναλάμβανε τόσο μεγάλες ευθύνες για τα μικρά της αδέλφια, αν και η Ερίκα επέμενε ότι αυτό άρεσε στη Μάγια. Όπως άρεσε και στην ίδια να προσέχει τη μικρή της αδελφή. Τώρα η Μάγια πρόσεχε τα δίδυμα για να μην πάνε βαθιά στη θάλασσα, τα έπιανε και τα έβγαζε αποφασιστικά σε πιο ρηχά νερά, έλεγχε τι έβαζαν στο στόμα τους και καθάριζε άλλα παιδάκια που τους είχαν πετάξει άμμο τα δίδυμα. Ο Πάτρικ ευχόταν καμιά φορά να μην ήταν τόσο προσεκτική όλη την ώρα.
22 CAMILLA LACKBERG Φοβόταν ότι θα είχε ν’ αντιμετωπίσει πολλά έλκη στομάχου στο μέλλον αν συνέχιζε να είναι τόσο καλή και στοργική. Από τότε που διαπίστωσε το πρόβλημα με την καρδιά του ο Πάτρικ, πριν από μερικά χρόνια, είχε μάθει πόσο σημαντικό είναι να προσέχεις τον εαυτό σου, να ξεκουράζεσαι και να χαλαρώνεις. Το ερώτημα ήταν αν οι διακοπές με τα παιδιά βοηθούσαν σε όλα αυτά. Και παρόλο που λάτρευε τα παιδιά του περισσότερο από οτιδήποτε, αναγκαζόταν να παραδεχτεί ότι μερικές φορές λαχταρούσε την ηρεμία στο αστυνομικό τμήμα του Τανουμσχέντε. Η Μαρί Βαλ έγειρε πίσω στη σεζ λογκ και τεντώθηκε να πιάσει το ποτό της. Ένα Μπελίνι. Σαμπάνια με χυμό ροδάκινου. Όχι βέβαια όπως το έφτιαχναν στο μπαρ Harry’s στη Βενετία, δυστυχώς. Εδώ δεν υπήρχαν φρέσκα ροδάκινα. Μόνο μια κακή απομίμηση με φτηνή σαμπάνια, με την οποία οι τσιγκούνηδες της κινηματογραφικής εταιρείας είχαν γεμίσει το ψυγείο της, ανάμεικτη με χυμό ροδάκινου από συσκευασία. Αλλά ας ήταν κι έτσι. Η ίδια άλλωστε είχε απαιτήσει να βρίσκονται όλα τα συστατικά για το κοκτέιλ Μπελίνι στη θέση τους όταν θα έφτανε εκεί. Ένιωθε παράξενα που είχε επιστρέψει εδώ. Όχι στο σπίτι της, βέβαια. Διότι αυτό είχε κατεδαφιστεί προ πολλού. Δεν μπορούσε ωστόσο να μην αναρωτηθεί αν τα κακά πνεύματα στοίχειωναν τους ιδιοκτήτες του καινούργιου σπιτιού, το οποίο είχε χτιστεί στο παλιό οικόπεδο, έπειτα απ’ όσα είχαν συμβεί εκεί. Μάλλον όχι. Το κακό πρέπει να είχε ακολουθήσει τους γονείς της στον τάφο. Ήπιε άλλη μια γουλιά Μπελίνι. Αναρωτήθηκε πού να ήταν οι ιδιοκτήτες του σπιτιού όπου βρισκόταν τώρα. Μια εβδομάδα του Αυγούστου με υπέροχο καλοκαιριάτικο καιρό ήταν η κατάλληλη εποχή για να χαίρεται κάποιος ένα σπίτι που πρέ-
23 Η ΜΑΓΙΣΣΑ πει να είχε κοστίσει εκατομμύρια για το χτίσιμο και τη διακόσμηση. Βέβαια δεν ήταν και τόσο συχνά στη Σουηδία. Μάλλον θα άραζαν στο πυργόσπιτό τους στην Προβηγκία, το οποίο είχε εντοπίσει η Μαρί όταν τους γκούγκλαρε. Οι πλούσιοι δεν έμεναν ικανοποιημένοι εύκολα, μόνο με το καλύτερο. Συμπεριλαμβανομένης και της εξοχικής κατοικίας. Μολαταύτα ήταν ευγνώμων που της είχαν νοικιάσει το σπίτι. Έσπευδε αμέσως εδώ μόλις τελείωνε τα καθημερινά γυρίσματα. Ήξερε ότι αυτή η ευλογία δεν θα κρατούσε για πάντα, κάποια μέρα θα συναντούσε ξανά τη Χέλεν, θα θυμούνταν για άλλη μια φορά πόσο σημαντικές ήταν η μια για την άλλη και πόσα είχαν αλλάξει πλέον. Ωστόσο δεν ήταν ακόμη έτοιμη γι’ αυτό. «Μαμά!» Η Μαρί έκλεισε τα μάτια. Από τότε που ήταν νήπιο η Τζέσι, προσπαθούσε να την πείσει να τη φωνάζει με το όνομά της αντί να της κολλάει εκείνη την απεχθέστατη ετικέτα, αλλά δεν το είχε καταφέρει. Η μικρή επέμεινε να τη φωνάζει «μαμά» λες και με τη λέξη αυτή θα μετέτρεπε τη Μαρί σε μια στρουμπουλή κυράτσα. «Μαμά;» Η φωνή ακούστηκε ακριβώς πίσω της, και η Μαρί συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να κρυφτεί. «Ναι;» έκανε και τεντώθηκε να πιάσει το ποτήρι. Οι φυσαλίδες τής γαργάλισαν τον λάρυγγα. Το κορμί της γινόταν πιο μαλακό και πιο πειθήνιο με κάθε γουλιά που κατέβαζε. «Εγώ και ο Σαμ είπαμε να πάμε μια βόλτα με τη βάρκα του. Συμφωνείς;» «Ναι, βέβαια» είπε η Μαρί και ήπιε άλλη μια γουλιά. Κοίταξε με μισόκλειστα μάτια την κόρη της κάτω από το καπέλο που φορούσε για τον ήλιο.
www.metaixmio.grRkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=