Άπαιχτοι Ντετέκτιβ: Υπόθεση παραλίες πλάκες και (παλαβές) πριγκίπισσες

11 ΓΛΑΡΟΧΩΡΙ, ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΗ 9.00 το βράδυ Δεν κοιμόταν, ήταν απλώς ξαπλωμένη στην πετσέτα, ποτέ δεν κοιμόταν, η μαμά της τη φώναζε Ξύπνια, όχι μόνο επειδή ήταν η πιο έξυπνη από τις τρεις αλλά και γιατί είχε πάντα τα βλέφαρά της ανοιχτά. Πολύ δύσκολα και πολύ σπάνια κοι- μόταν. Πετάχτηκε επάνω τρομαγμένη κι ανακάθισε στην πετσέ- τα. Έκανε δυο τρία βήματα γύρω γύρω, κουνώντας πυρετικά τη λευκή της ουρά. Ύστερα γάβγισε δυνατά. Προσπάθησε τουλάχιστον. Ο ήχος που βγήκε όμως δεν έμοιαζε με γάβγι- σμα, περισσότερο τσιρίδα μωρού θύμιζε. Και παραπονιάρι- κο κλαψούρισμα. Κινήθηκε λίγο δεξιά αριστερά και προσπάθησε να διακρί- νει καλύτερα, να καταλάβει, να σιγουρευτεί. Οι θάμνοι δεν την εμπόδιζαν τόσο και το σκοτάδι δεν ήταν πολύ βαθύ, υπήρχε φεγγάρι στον ουρανό και το μέρος λουζόταν σε μια ασημένια ανταύγεια. Προς το παρόν δεν έβλεπε πολύ καλά, ήταν πολύ μικρή, μόνο μύριζε κι ένιωθε. Έβγαλε τη γλωσσίτσα της έξω και με την υγρή της μου- σούδα οσμίστηκε δυο τρεις φορές τον αέρα για να βεβαιω-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=